Θήβα Βοιωτίας: Το κομβικό σημείο της Ελληνικής Ιστορίας (Μέρος Β’)

SHARE

Θήβα
Κάστρο Θήβας Βοιωτίας

Η Θήβα, μια από τις πανάρχαιες πόλεις της Βοιωτίας, από όπου εκτυλίσσονται τα μεγαλύτερα ιστορικά γεγονότα της αρχαιότητας από την εποχή του Οιδίποδα μέχρι και την επεκτατική πολιτική του Φιλίππου Β’. Η Θήβα ήταν και θα είναι μια από τις πόλεις που παραμένουν αναλλοίωτες στο χρόνο, αγέρωχες και μια πόλη, που κουβαλά στους ώμους της μια ιστορία. Η πόλη της Θήβας εκτός από την αρχαιότητα στην οποία έζησε, λεηλατήθηκε, κατακερματίστηκε και πολεμήθηκε αρκετά από εξωτερικούς εχθρούς η ίδια παρέμεινε “όρθια”. Έπειτα από λίγους αιώνες, η ίδια ιστορία ξανά γράφεται με κύριους πρωταγωνιστές αυτή την φορά τους Ρωμαίους. Ως λαός οι Ρωμαίοι ήταν πάντοτε σε κάθε επιχείρηση τους για κατάκτηση των Ελληνικών πόλεων νικητές. Έτσι, λοιπόν με το νικηφόρο αίσθημα που τους διακατείχε θέλησαν να εισχωρήσουν ακόμη πιο βαθιά στα Ελληνικά “κεκτημένα”.

Για αυτό,  το 197 π.Χ. η Θήβα με τις άλλες πόλεις της Βοιωτίας αποστάτησε από τους Μακεδόνες και έγινε υποτελής των Ρωμαίων. Την περίοδο της υποτέλειας στους Ρωμαίους κυριαρχεί στην περιοχή ειρήνη, χωρίς στάσεις και πολέμους. Το 86 π.Χ., όταν ο βασιλιάς Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ ξεκίνησε πόλεμο κατά των Ρωμαίων σε Ευρώπη και Ασία, η Βοιωτία τάχθηκε με το μέρος του, για να ξαναγυρίσει στους Ρωμαίους όταν ο Σύλλας εισέβαλε στη Βοιωτία εκ νέου. Στη συνέχεια η Βοιωτία μετατράπηκε σε πεδίο συγκρούσεων μεταξύ των Ρωμαίων, οι οποίοι διεξάγουν πολλούς εμφύλιους πολέμους.

Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής, η Θήβα και η Βοιωτία γενικότερα γνώρισε μεγάλη παρακμή και μαρασμό. Τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο περιηγητής Παυσανίας βρήκε κατοικημένη μόνο την Καδμεία. Την παρακμή και την εξαθλίωση συμπλήρωσαν και οι επιδρομές των Έρουλων και των Γότθων τον 3ο και 4ο μ.Χ. αιώνα. Ο χριστιανισμός στη Βοιωτία εισήχθη τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Τη Θήβα προσέλκυσε στο νέο Θεό, ο Ευαγγελιστής Λουκάς και ο Ρούφος, που έγινε και πρώτος επίσκοπος Θήβας με την επωνυμία “ο εκλεκτός”. Ο Ρούφος μαρτύρησε μεταξύ των ετών 54 – 68 μ.Χ.

Advertisement

Υστερορωμαϊκη εποχή (146 π. Χ. – 330 μ. Χ.)

Μετά τη συντριπτική ήττα των Ελλήνων της αχαϊκής συμπολιτείας το 146 π. Χ. στη Λευκόπετρα της Κορινθίας από το ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Μόμμιο, όλη η Ν. Ελλάδα πέρασε στη ρωμαϊκή κυριαρχία. Επομένως και η Βοιωτία με την πρωτεύουσα πόλη της, τη Θήβα. Το Κοινό των Βοιωτών διαλύθηκε, οι φιλορωμαίοι ολιγαρχικοί επανήλθαν και η πόλη κλήθηκε να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις. Λιγότερο από ένα αιώνα αργότερα (86 π.Χ.) η Θήβα θα τιμωρηθεί και πάλι από έναν άλλο ρωμαίο στρατηγό, τον Σύλλα, γιατί είχε την ατυχία να συνταχθεί με το μέρος του Μιθριδάτη. Οι καλλιτεχνικοί της θησαυροί συλήθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, ενώ το ήμισυ των εδαφών της χορηγήθηκε στο Μαντείο των Δελφών. Νέα ατυχία έπληξε την πόλη το 48 π.Χ. όταν συμπαρατάχθηκε στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας πάλι με τον χαμένο του νέου ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου, τον Πομπήιο. Έκτοτε η πόλη άρχισε να παρακμάζει, οι δε λιγοστοί κάτοικοί της περιορίστηκαν στο μικρό λόφο της Καδμείας. Μικρή ανάσα αποτέλεσε η επίσκεψη του αυτοκράτορα Αδριανού το 125 μ.Χ., ο οποίος όμως είχε στο μεταξύ εξαντλήσει το φιλελληνικό του ενδιαφέρον στην Αθήνα και τις Θεσπιές. Η Θήβα θα περάσει στη σιωπή και την παρακμή. Αυτή τη μικρή και παρηκμασμένη πόλη θα περιηγηθεί και θα περιγράψει ο Παυσανίας στα μέσα του 2ου μ. Χ. αιώνα. Στο μεταξύ μια νέα επιδρομή βαρβάρων από το Βορρά (Κριμαία), των Κοστωβώκων, θα επιδεινώσει την κατάσταση (172 μ.Χ.). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, χωρίς την πατροπαράδοτη πολιτιστική ζωή, θα έρθει ο Χριστιανισμός να συμπληρώσει το κενό και θα βρει πρόσφορο έδαφος για να ριζώσει ήδη από τα μέσα του 2ου αιώνα, όπως μπορεί να υποθέσει κανείς από κάποιες επιτύμβιες επιγραφές αβέβαιης χρονολόγησης. Πάντως ήδη στα μέσα του 4ου μ.Χ. αιώνα το μεγαλύτερο μέρος της Βοιωτίας έχει εκχριστιανιστεί.
Σ’ όλη τη διάρκεια των μακρών αυτών αιώνων η ρωμαϊκή κυριαρχία εκλήφθηκε ως η φυσική πολιτική τάξη πραγμάτων, μεταμορφώθηκε σε ρωμαίικη, και στο τέλος σε ελληνική. Υπό αυτήν την τάξη πραγμάτων η πόλη της Θήβας, με τους λιγοστούς κατοίκους της, εισέρχεται στον Πρώιμο Μεσαίωνα (πρωτοβυζαντινή εποχή).
 
Θήβα
Κάστρο Βοιωτίας (συγκεκριμένα στην παραλία Αλυκής Βοιωτίας)

Πρωτοβυζαντινή εποχή (4ος, 5ος και 6ος αι. μ. Χ.)

Κατά την περίοδο αυτή φαίνεται ότι ανανεώνονται τα τείχη της πόλης όπως αποδεικνύει η αδυναμία του Αλάριχου το 396 να κυριεύσει τον οχυρωμένο αυτό οικισμό. Ταυτόχρονα, κατά τη μόδα της εποχής, κτίζονται και εδώ μία ή δύο μεγαλόπρεπες βασιλικές με πολυτελή διακόσμηση όπως φανερώνουν τα ψηφιδωτά δάπεδα που σώθηκαν. Τα νομισματικά ευρήματα είναι λίγα, αλλά υποδηλώνουν την ύπαρξη κάποιας εμπορικής κίνησης στο μοναδικό αστικό κέντρο της Βοιωτίας. Η εικόνα πάντως της μικρής αυτής πόλης αρχίζει να σκοτεινιάζει περί τα μέσα του 6ου αιώνα, αφού καμιά μνεία της δεν υπάρχει στις εκκλησιαστικές πηγές. Ίσως ο μεγάλος σεισμός του 551 που έπληξε όλη την Ανατολική Στερεά Ελλάδα να κατάφερε ισχυρότατο πλήγμα και σ’ αυτήν. Και αυτό, σε συνδυασμό με τον πανικό που προκάλεσαν οι σλαβικές επιδρομές περί τα τέλη του 6ου αιώνα, όπως μαρτυρούν οι νομισματικοί θησαυροί αλλού και στη Θήβα. Σε τελική αποτίμηση, η πόλη της Θήβας επιβίωσε με επιτυχία ως αγροτόπολη κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή, αλλά θα πρέπει οριστικά πλέον να απορρίψουμε τις ανιστόρητες αφηγήσεις που κυριαρχούσαν μέχρι σήμερα ότι υπήρξε από τόσο νωρίς κέντρο μεταξοκαλλιέργειας ή ότι τα τείχη της ανακτίστηκαν επί Ιουστινιανού.

Μεσοβυζαντινή εποχή (7ος -12ος αι.)

Οι δύο πρώτοι αιώνες (7ος – 8ος) αυτής της μακράς περιόδου αποτελούν το πιο σκοτεινό τμήμα της ιστορίας της Θήβας. Δεν υπάρχει καμιά πληροφορία – αφηγηματική ή αρχαιολογική – για την τύχη της πόλης. Ούτε ένα νόμισμα, ούτε ένα αρχιτεκτονικό σπάραγμα, ούτε μια νύξη σε κείμενο δεν βρέθηκε που να μαρτυρεί την ύπαρξη οικισμού με το όνομα Θήβα αυτούς τους αιώνες. Πρόκειται βέβαια για τους λεγόμενους “σκοτεινούς αιώνες” που αφορούν ολόκληρο το νοτιοελλαδικό χώρο. Φαίνεται ότι η κεντρική βυζαντινή εξουσία έχασε τον έλεγχο της περιοχής εξαιτίας των μεγάλων ανατροπών που προκάλεσαν οι σλαβικές επιδρομές και εγκαταστάσεις στην κεντρική και νότια Ελλάδα, όπου μόνο ο παράλιος χώρος παρέμεινε υπό άμεση βυζαντινή διοίκηση. Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ότι μια τόσο οχυρή θέση σε μια τόσο πλούσια γεωργική ενδοχώρα, με τόσο πλούσιο οικοδομικό υλικό δεν μπορεί παρά να συνέχισε να κατοικείται, αλλά η σημασία του και η μοίρα του δεν ενδιέφερε κανένα ιστοριογράφο της Κωνσταντινούπολης. Από τις αρχές όμως του 9ου αιώνα αποκαταστάθηκε η κεντρική βυζαντινή διοίκηση στην περιοχή με την αποστολή βυζαντινών αξιωματούχων στη Θήβα και τον Ορχομενό, όπως αποδεικνύουν ανασκαφικά ευρήματα (π.χ. το αργυρό πινάκιο της Ειρήνης της Αθηναίας) και οι αφιερωματικές επιγραφές των ναών του Άγ. Γρηγορίου στη Θήβα και της Παναγίας (Σκριπού) στον Ορχομενό. Τώρα η Θήβα γίνεται πρωτεύουσα του θέματος Ελλάδος, αφού αποσπάται σε ξεχωριστό θέμα η Πελοπόννησος (805). Η πόλη αποκτά ξανά όλα τα οικονομικά και γεωπολιτικά προσόντα που ανέκαθεν διέθετε: πλούσια γεωργική ενδοχώρα και συγκοινωνιακό σταυροδρόμι βορρά – νότου (Θεσσαλονίκη – Κόρινθος) και ανατολής – δύσης (Θίσβη – Χαλκίδα).
Θήβα
Οι επόμενοι αιώνες (10ος, 11ος και 12ος) αποτελούν εποχή ακμής της πόλης κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο. Μνημεία και κείμενα μαρτυρούν αυτή την ακμή: είναι οι μεγαλόπρεποι δίδυμοι ναοί του μοναστικού συγκροτήματος του Οσίου Λουκά (το οποίο επιχορηγούνταν από τη γεωκτημονική αριστοκρατία της Θήβας), το πολύτιμο αγιογραφικό κείμενο του Βίου του Οσίου, το περίφημο φορολογικό κατάστιχο (του Σβορώνου), τα πολυπληθή νομισματικά και σφραγιστικά ευρήματα, οι αφηγηματικές πηγές (Βενιαμίν Τουδέλας, Μιχαήλ και Νικήτας Χωνιάτης και πολλοί άλλοι). Η εισαγωγή και καλλιέργεια του μεταξιού στις αρχές του 11ου αιώνα, η παρουσία χιλιάδων Εβραίων, η ζωηρή εμπορική δραστηριότητα, οι ληστρικές επιθέσεις Βουλγάρων (αρχές και τέλη 10ου αι.) και Νορμανδών (1147), η παρουσία δραστήριων εκκλησιαστικών ανδρών (Νίκων Μετανοείτε και Ιωάννης Καλοκτένης), οι Βενετοί και Αρμένιοι που εμπορεύονται εδώ, όλα αυτά μαρτυρούν ανάπτυξη οικιστική, οικονομική και πολιτιστική. Η πόλη αφήνει τα στενά όρια της Καδμείας και ξεχειλίζει στον κάμπο. Κτίζονται δεκάδες μικροί ναοί και περιφερειακά μοναστήρια, ενώ τα τείχη επισκευάζονται για τις ανάγκες δύσκολων καιρών. Αλλά βέβαια η βυζαντινή διοίκηση με τους στρατιωτικούς και φορολογικούς υπαλλήλους της διασπαθίζει το μόχθο των γεωργών και των εμπόρων της προκαλώντας τη βαθιά δυσαρέσκεια και αποξένωση των κατοίκων. Έτσι ώστε, όταν στα 1204 η πόλη θα κληρωθεί να περάσει στα χέρια των σταυροφόρων της 4ης σταυροφορίας, οι Θηβαίοι θα υποδεχθούν το μικρό στρατιωτικό απόσπασμα του Βονιφάτιου του Μομφερατικού ως οιονεί απελευθερωτές. Και οι βυζαντινοί Έλληνες της Θήβας μαζί με τους φιλοξενούμενους πληθυσμούς, Εβραίους και Αρμένιους, θα περάσουν σε μια νέα κυριαρχία, τη λατινική.

Βυζαντινή Περίοδος (395-1204 μ.Χ) 

Και η ιστορία των πολέμων και των κατακτήσεων δε σταματά εκεί, αλλά συνεχίζει κατά την βυζαντινή περίοδο. Από όπου η  Βοιωτία κατά τη Βυζαντινή περίοδο (395-1204 μ.Χ) γνώρισε οικονομική άνθηση. H Θήβα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο υπήρξε έδρα του στρατιωτικού διοικητή (Στρατηγού) του Θέματος Ελλάδος, καθώς και πολλών άλλων αξιωματούχων. H πόλη και η ευρύτερη περιοχή εντός ολίγου σχετικά χρόνου ανέπτυξαν πολλές και ποικίλες εύρωστες δραστηριότητες, έτσι ώστε η Θήβα έγινε η πλουσιότερη όλων των εκτός Iσθμού πόλεων. Τα μεταξουργεία, ταπητουργεία, βυρσοδεψία και τα γεωργικά προϊόντα κατέστησαν την Θήβα σπουδαία πόλη στον τότε γνωστό κόσμο. Ούτε οι επιδρομές των Bουλγάρων (1040) και των Nορμανδών (1147) δεν σταμάτησαν την οικονομική άνθηση της πόλης. Σύμφωνα με τον μεσαιωνικό περιηγητή του 12ου αιώνα, Βενιαμίν της Τουδέλα, στη Θήβα ζούσαν 2.000 Εβραίοι ασχολούμενοι με την επεξεργασία, την ύφανση και τη βαφή του μεταξιού. Η πόλη ήταν γνωστή σε όλη την Ελλάδα για τους μεταξοτεχνίτες και για την υφαντουργία της. Ο Judah Al-Ḥarizi, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη το 1218, αναφέρει τον ποιητή Μιχαήλ Β. Caleb, κάτοικο της Θήβας. Η κοινότητα διοικείτο από πέντε έφορους και ήταν διάσημη για τους μελετητές της, όπως ο Σίμων Ατουμάνο. Ο Σίμων ήταν Εβραίος μελετητής και εργαζόταν όπως φαίνεται με μορφωμένα μέλη της μικρής εβραϊκής παροικίας, που υπήρχαν ακόμα στη Θήβα στα τέλη του 14ου αιώνα. Ο Σίμων μετέφρασε τουλάχιστον μέρος της Παλαιάς Διαθήκης από τα Εβραϊκά στα Ελληνικά και Λατινικά. Ετοίμασε έτσι μία τρίγλωσση Βίβλο που αφιέρωσε στον Πάπα Ουρβανό τον ΣΤ’.

Advertisement

O Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος επισκέφθηκε τη Θήβα πηγαίνοντας στην Αθήνα και θεμελίωσε τον ναό των Τριών Ιεραρχών, στο σημείο που σήμερα σώζονται τα ερείπια του Αγίου Βασιλείου, κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό (Λότζα). Γύρω στο 1199, στα χρόνια του Λέοντος Σγουρού, η Θήβα δέχτηκε μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις, καθώς ο Λέων βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αυτοκράτορα επιζητώντας προσωπικά οφέλη. Ξεχωριστή υπήρξε στα χρόνια του μεσαίωνα η παρουσία του Αγίου Ιωάννη του Καλοκτένη, ο οποίος τιμάται ως πολιούχος στη Θήβα, με την επωνυμία “Νέος Ελεήμων”.

Θήβα

Φραγκοκρατία (1204 – 1460 μ.Χ.)

H ευδαιμονία συνεχίζεται και την περίοδο της Φραγκοκρατίας, όπου η Θήβα είναι πρωτεύουσα και έδρα του Δουκάτου Αθηνών – Θηβών και η πλουσιότερη επαρχία. Από τα εισοδήματα που εξασφαλίζει, γίνεται μία από τις λαμπρότερες αυλές της Ευρώπης, με αξιόλογο στρατό για την ασφάλεια του Δουκάτου. Κατά την περίοδο της δυναστείας των Φράγκων διατηρήθηκαν στην πόλη της Θήβας οι Γαλλικοί οίκοι των Ντε Λα Ρος, Ντε Μπριέν (1205 – 1311) και Σαιντ-Ομέρ (1240 – 1311), οι Καταλανοί με επικυρίαρχους τους βασιλείς της Σικελίας και της Αραγωνίας (1311 – 1387) και η κυριαρχία του Ιταλικού οίκου των Ατσαγιόλι (1387 – 1460). Έργο της δυναστείας των Σαιντ-Ομέρ είναι ο τετράγωνος πύργος που βρίσκεται σήμερα δίπλα στο αρχαιολογικό Μουσείο. Παρά τις συγκρούσεις των δυναστειών, η Θήβα διατηρήθηκε ως ένα ισχυρό κέντρο, με σημαντική ανάπτυξη και οικονομική άνθηση. Αποτελούσε ισχυρό κέντρο εξουσίας και δύναμης των Φράγκων μέχρι την άλωσή της από τον Ομάρ, γιο του Τούρκου μπέη Τουραχάν. 

Ωστόσο, η μακρά αυτή ιστορική περίοδος (δυόμισι αιώνες) υποδιαιρείται σε τρεις μικρότερες ανάλογα με τη γεωγραφική προέλευση του λατίνου κατακτητή. Έτσι, στην πρώτη φάση έχουμε το βουργουνδικό δουκάτο Αθηνών και Θηβών (1204 – 1311), στη δεύτερη την Καταλανική Εταιρεία (1311-1379) και στην τρίτη το φλωρεντινό δουκάτο των Ατζαγιόλι (1379 – 1460). Η Θήβα κάτω από τις ξενικές αυτές κυριαρχίες διατηρεί την πρωτεύουσα θέσης της για λόγους οικονομικούς (μεγάλη εμπορική δραστηριότητα και πλούσια γεωργική παραγωγή) και στρατιωτικούς (στρατηγική συγκοινωνιακή θέση και ισχυρά τείχη). Αλλά οι υποτελείς βυζαντινοί Έλληνες θεώρησαν τους αλλόδοξους και αλλόγλωσσους δυτικούς κατακτητές ως ξένο σώμα και ελάχιστα συγχρωτίστηκαν μαζί τους. Γι’ αυτό τα μόνα λείψανα της παρουσίας τους στη Βοιωτία και τη Θήβα είναι κάποιοι ερειπωμένοι πύργοι, με ξεχωριστό εκείνο της Θήβας των Σαιντ Ομέρ. 

Advertisement
Για την πρώτη ημιπερίοδο αρκεί να αναφέρουμε τα ονόματα των κυρίαρχων οικογενειών, των Βουργουνδών Ντελαρός και των Φλαμανδών Σαιντ Ομέρ. Η δεύτερη φάση ξεκίνησε με ιδιαίτερα βίαιο τρόπο, αφού μια μισθοφορική καταλανική εταιρεία συνέτριψε τους Γάλλους ιππότες στην περίφημη μάχη του Αλμυρού το 1311. Οι Καταλανοί αυτοί τυχοδιώκτες κράτησαν τη Θήβα για 70 χρόνια, έως ότου ένας φλωρεντινός έμπορος, ο Νέριο Ατζαγιόλι, πλήρωσε μια άλλη μισθοφορική εταιρεία, τους Ναβαρέζους, οι οποίοι την άνοιξη του 1379 κατέλαβαν την πόλη και την παρέδωσαν στον εργοδότη τους. Έκτοτε η οικογένεια Ατζαγιόλι κυβέρνησε τη Θήβα και τη Βοιωτία επιτυχώς ως τα 1435, οπότε ο Εβρενός μπέης την κατέλαβε για λογαριασμό των Οθωμανών. Αλλά οριστικά η πόλη και ολόκληρη η Βοιωτία θα ενσωματωθεί στο οθωμανικό κράτος το 1460. Στο μεταξύ ένα νέο εθνολογικό στοιχείο, οι Αλβανοί, ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα, έχουν διεισδύσει σε μεγάλο μέρος της βοιωτικής υπαίθρου, όπου σταδιακά εγκαθίστανται μόνιμα. Αλλά απουσιάζουν από την πόλη της Θήβας, όπως φανερώνουν τα οθωμανικά κατάστιχα του έτους 1466. Από εδώ αντλούμε και την πληροφορία ότι η πόλη τώρα έχει περίπου 2.500 κατοίκους, όταν ολόκληρη η Βοιωτία έχει 15.000. Με αυτά τα δημογραφικά δεδομένα ολόκληρη η περιοχή εισέρχεται σε μια νέα ιστορική περίοδο.
Θήβα

Τουρκοκρατία (1460 – 1821 μ.Χ.)

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Θήβα είχε δωριθεί στη Βαλιδέ σουλτάνα (δηλαδή τη μητέρα του εκάστοτε Σουλτάνου). H Βαλιδέ είχε κατοχυρώσει με φιρμάνια τα δικαιώματά της, ώστε να μην μπορεί κανείς χωρίς την άδειά της να επιβάλλει πρόστιμα ή να διατάξει συλλήψεις. H διοίκηση της Θήβας παρέμεινε στους Θηβαίους κοινοτάρχες ή δημογέροντες. H βιομηχανία των μεταξωτών και η γεωργία τα πρώτα χρόνια εξακολουθούν να είναι σε άνθηση, ώστε η Θήβα να συνεχίζει να θεωρείται η πλουσιότερη πόλη.

Μετά την παραχώρηση των πλουσιοχώραφων στους Τούρκους αξιωματούχους, άρχισε η πτώση της οικονομικής άνθησης. Oι γεωργοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πεδινά και να φεύγουν προς τα γειτονικά ορεινά χωριά, επειδή δεν άντεχαν τους φόρους. H παιδεία ήταν ανύπαρκτη και μοναδική πηγή μάθησης ήταν τα μοναστήρια.

Στις αρχές του Απριλίου 1821, ο Βασίλης Μπούσγος υπό τις διαταγές του Αθανάσιου Διάκου κατέλαβε τη Θήβα αμαχητί, ενώ οι Τούρκοι είχαν καταφύγει στη Χαλκίδα μαζί με τις οικογένειές τους. Οι επαναστάτες κατέλαβαν το ύψωμα του Ανηφορίτη, απ’ όπου, μετά την επιστροφή τουρκικής φρουράς στην πόλη, εξαπέλυαν επιθέσεις μέχρι τον Ιούνιο του 1821, όταν ο Ομέρ Βρυώνης ανακατέλαβε τη Θήβα για τους Οθωμανούς και διέλυσε τους εναπομείναντες επαναστάτες. Τούρκοι έκαναν επιδρομές και στα γύρω χωριά λεηλατώντας και σκοτώνοντας. Την 1η Ιουνίου 1821 οι Θηβαίοι γράφουν προς τους προεστούς της Ύδρας ζητώντας βοήθεια και προστασία:

… οι εν Ευβοία τύραννοι ενωθέντες μετά των Θηβαίων ομογενών τους εξέρχονται ως λύκοι ανήμεροι προς τα ενθάδε παράλια χωρία, και τρέχοντες ως κύνες λυσσώδεις και ιοβόλα θηρία αρπάζουν, ξεσχίζουν και κατακαίουν χωρία τε και ανθρώπους, μη όντες ημείς αρκετοί εις το να απαντήσωμεν την τούτων θηριωδέστατον ωμότητα …

Η πόλη κάηκε από τον Δράμαλη το 1822. Τα επόμενα χρόνια οι Βοιωτοί οπλαρχηγοί απέφευγαν να κινηθούν εναντίον της Θήβας για λόγους τακτικής· καθώς κυριαρχούσαν στα γύρω χωριά εξουδετέρωναν πρακτικά τη φρουρά της πόλης, ενώ από την άλλη θεωρούσαν ότι μια κατάληψη της Θήβας θα ενθάρρυνε τους Τούρκους να κινηθούν με σημαντική δύναμη εναντίον τους. Σώματα Θηβαίων ωστόσο συμμετείχαν σε διάφορες επιχειρήσεις, κυρίως υπό τις διαταγές των οπλαρχηγών Αθανάσιου και Γεώργιου Σκουρτανιώτη (από τα Σκούρτα των Δερβενοχωρίων). Ο δεύτερος μάλιστα υπήρξε στενός συνεργάτης του Δημήτριου Υψηλάντη το 1829, στην επίθεση για την κατάληψη της Θήβας, όταν πλέον ήταν ζωτικής σημασίας η κατοχή της για τη διεκδίκηση στερεοελλαδίτικων εδαφών που θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Κράτος. Φωτεινή μορφή την απελευθερωτική περίοδο ήταν ο Θανάσης Σκουρτανιώτης, ο οποίος υπερασπίστηκε την Βοιωτία με ορμητήριό του τα ορεινά Δερβενοχώρια, που τότε αριθμούσαν μεγάλο πληθυσμό. O αγώνας του στρατηγού Σκουρτανιώτη ολοκληρώθηκε με τη θυσία του στην Αγία Σωτήρα στο Μαυρομάτιο, όπου ανατινάχθηκε μαζί με όλους τους συντρόφους του.

Με τη νικηφόρα μάχη της Πέτρας, υπό την αρχιστρατηγία του Υψηλάντη, ελευθερώθηκε πλέον όλη η Βοιωτία και από το 1829 αποτέλεσε μέρος του νέου ελληνικού κράτους.

Νεότερα Χρόνια 

Κατά τα νεότερα χρόνια η Θήβα και γενικότερα η Βοιωτία, μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, η Θήβα συνεχίζει να είναι η σπουδαιότερη πόλη της Επαρχίας Θηβών, προσφέροντας στο νέο κράτος με την γεωργία της και την κτηνοτροφία της. Σε όλα τα νεότερα χρόνια επιφανείς Θηβαίοι πολίτες αναδεικνύονται και πρωταγωνιστούν στον πολιτικό στίβο, παίζοντας σημαντικό ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι τριακόσιοι νέοι ιερολοχίτες (1877) που πολέμησαν για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Άλλο γεγονός αξιόλογο των νεότερων χρόνων είναι η αποξήρανση της Κωπαΐδας επί διακυβέρνησης Χαριλάου Τρικούπη (1888), που αλλάζει ριζικά τη ζωή της πόλης.

Την τυπική πρωτοκαθεδρία ως πρωτεύουσα του νομού Βοιωτίας έχασε η Θήβα από τη Λιβαδειά στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν μικροπολιτικές σκοπιμότητες και ισορροπίες επέτρεψαν στον Λιβαδίτη πολιτευτή Μπουφίδη να εκμεταλλευτεί τις σχέσεις του με τον τότε πρωθυπουργό Θεοτόκη και να αφαιρέσει από τη Θήβα τη διοίκηση του Νομού. Σημαντική παρέμβαση στην πόλη γίνεται με την εγκατάσταση προσφύγων λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής. H προσφυγική ομάδα διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στη θηβαϊκή οικονομία. Οι πρόσφυγες, που προσαρμόζονται εύκολα στη ντόπια ζωή, δρουν με πείσμα και επιβάλλουν στην κοινωνική δομή τους δικούς τους ανθρώπους. Τα σκληρά χρόνια της Κατοχής είναι για τη Θήβα, όπως για άλλες ελληνικές πόλεις, γεμάτα πείνα, θύματα, στερήσεις και προδοσίες. Σήμερα η Θήβα είναι σημαντική πόλη της Βοιωτίας και έδρα δήμου, ενώ ως το 2011 υπήρξε πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας του νομού.


Πηγές:

Σύνταξη κειμένου: Ανθή Σακκά

Επιμέλεια κειμένου: Ελευθερία Σακελλαρίου

Παρόμοια άρθρα που μπορεί να σ’ενδιαφέρουν:

SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Γεννημένη στη Λαμία, φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου, στο τμήμα Κλασσικών Σπουδών και Φιλολογίας. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται ενεργά με την συγγραφή άρθρων και πολύ περισσότερο μυθιστορημάτων και παιδικών παραμυθιών. Λατρεύει την ανάγνωση βιβλίων καθώς επίσης και την ωραία μουσική. Πιστεύει πως ο κόσμος κατακτάται με υπομονή και επιμονή για κάτι ακόμη καλύτερο!

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG