Athens
15°
broken clouds
Υγρασία: 82%
Άνεμος: 2m/s Β-ΒΑ
Ανώτερη 15 • Κατώτερη 14
Weather from OpenWeatherMap
MAXMAG | Επικαιρότητα, Κόσμος, Πολιτισμός, Διασκέδαση, Ομορφιά

Μάνος Χατζιδάκις: «Ο Μεγάλος Ερωτικός»

Στις 23 Οκτωβρίου 1925 γεννιέται στη Ξάνθη ο πολυπράγμων, πολυγραφότατος, πολυσχιδής και δημιουργικότερος -ίσως όλων των Ελλήνων συνθετών-, Μάνος Χατζιδάκις. Ο κορυφαίος μουσικοσυνθέτης ήταν αυτός που ανέδειξε τον Μίκη Θεοδωράκη, κέρδισε το μοναδικό όσκαρ για την Ελλάδα, επένδυσε μουσικά πάμπολες κινηματογραφικές ταινίες και θεατρικές παραστάσεις και συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς. Έφυγε από έμφραγμα του μυοκαρδίου το 1994, και ταξίδεψε στον παράδεισο, για να χαρίσει και εκεί απλόχερα τη μουσική που συνέθετε, αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη έργων για την ιστορία της μουσικής γενικότερα.


Η ζωή του Μάνου Χατζιδάκι

Σπάνιο φωτογραφικό υλικό. Ο Μάνος Χατζιδάκις σε μικρή ηλικία, μαζί με τη μητέρα και την αδερφή του.

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννιέται στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στη Ξάνθη, «τη διατηρητέα, κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως είχε αναφέρει χαρακτηριστικά σε μια συνέντευξη του. Προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, ήταν γιος του δικηγόρου Γιώργου Χατζιδάκι, ο οποίος καταγόταν από τη Μύρθιο του Ρεθύμνου, και της Αλίκης Αρβανιτίδου, κόρης του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, με καταγωγή από την Αδριανούπολη. Είχε, επίσης, και μια αδελφή.

Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων, που καθώς γνωρίζω δε συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ τη στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού.

ομολόγησε χωρίς φόβο, αλλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια, ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης.

Όντως, οι γονείς του τον επιβεβαίωσαν με τον πιο άσχημο τρόπο, μιας και μη μπορώντας να κάμψουν τις αντιθέσεις τους, χώρισαν. Έτσι, ο μικρός Μάνος, το 1932, όντας 7 ετών, εγκαθίσταται στην Αθήνα μαζί με τη μητέρα του και την αδελφή του. Λίγα χρόνια μόνο θα διατηρηθεί η ομαλότητα και η οικογενειακή τους ηρεμία, καθώς το 1940 θα ξεσπάσει ο πόλεμος, και λίγο μετά η κατοχή. Παράλληλα, ο Χατζιδάκις «χάνει» τον πατέρα του από αεροπορικό δυστύχημα και αναγκάζεται να αναλάβει ευθύνες και να προσαρμοστεί, τόσο ο ίδιος, όσο και η υπόλοιπη οικογένεια σε νέες συνθήκες ζωής. Από τα πλούτη, περνούν στην κατάκτηση των βασικών, για την επιβίωση.

Ο νεαρός Μάνος καταπιάνεται με διάφορες δουλειές «του ποδαριού». Αλλοτε θα είναι παγοπώλης στο εργοστάσιο Φιξ, άλλοτε θα εργαστεί ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, άλλοτε θα εργαστεί ως υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου και άλλοτε θα γίνει βοηθός νοσοκόμου στο 401 ΓΣΝΕ.

Οι τραυματισμένοι στρατιώτες θα αποτελέσουν το πρώτο κοινό που θα ακούσει τη μουσική του. Μια μουσική που συνδύαζε τη γνώση βιολιού, πιάνου και ακορντεόν, γνώσεις που είχε λάβει από τεσσάρων ετών, θητεύοντας δίπλα στη γνωστή Αλτουνιάν, για τέσσερα χρόνια.

Την ίδια περίοδο, θα λάβει μαθήματα θεωρητικής μουσικής από τον Μενέλαο Παλλάντιος, ενώ ταυτόχρονα σπουδάζει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, την οποία όμως δε θα ολοκληρώσει ποτέ. Επηρεασμένος βαθιά από το στρατηγό Μακρυγιάννη και το έργο «Ερωτόκριτος» του Β. Κορνάρου, καταφέρνει να αναμείξει το ελαφρολαϊκό με το ρεμπέτικο στη μουσική του, το παραδοσιακό με το σχετικά μοντέρνο ή καλύτερα με τη μουσική του καιρού του.


 Το Θέατρο Τέχνης και ο Χατζιδάκις

Λίγα χρόνια αργότερα, και πιο συγκεκριμένα το 1944, πραγματοποίησε την πρώτη του μουσική δουλειά, επενδύοντας μουσικά τη θεατρική παράσταση «Τελευταίος Ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, με τον οποίο θα δημιουργήσει μια ιδιαίτερα φιλική σχέση, και με τον Κουν να γίνεται η αιτία της ολοκληρωτικής ενασχόλησης του με τη μουσική και το θέατρο, συνοδεύοντας ταυτόχρονα πολλές παραστάσεις με τη μουσική του.

Την περίοδο εκείνη, αφού θα εγκαινιάσει μια μακρά συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης, θα γνωριστεί, συνάπτοντας φιλικές σχέσεις, με τους σπουδαίους λογοτέχνες Γ. Σεφέρη, Ανδ. Εμπειρίκο, Ν. Εγγονόπουλο, Οδ. Ελύτη, το ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη και τον παντοτινό φίλο του, Νίκο Γκάτσο.

Παράλληλα, ακούει για πρώτη φορά το ρεμπέτικο τραγούδι και γίνεται φίλος με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Όμως, όταν τα ρεμπέτικα θα αποτελέσουν μόδα και θα βγουν από το περιθώριο, ο Χατζιδάκις θα τα αποκηρύξει και θα τα αποστραφεί. Ήταν αρκετά λαϊκά για την καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία, κι ας τα αποκαλούσε τα «underground» τραγούδια της Ελλάδας. Την ίδια αποστροφή την ένιωθε και για τα ελαφρά ρομαντικά τραγούδια που έγραψε για την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τα οποία δεν τον αντιπροσώπευαν. Πριν όμως, εγκαταλείψει οριστικά τα ρεμπέτικα τραγούδια, θα δώσει μια αξιοσημείωτη, αλησμόνητη και προκλητική διάλεξη υπέρ τους, στο Θέατρο Τέχνης, το 1949.


Το Εθνικό Θέατρο και ο Χατζιδάκις

Την αμέσως επόμενη χρονιά, ο Χατζιδάκις θα ξεκινήσει μια δεκαετή συνεργασία στο Εθνικό Θέατρο εισάγοντας τη μουσική του σε παραστάσεις που αντικατόπτρισαν την ιστορία και τον πολιτισμό της Ελλάδας. Έτσι, αρχικά θα συνθέσει μουσική για τις Ευριπίδειες τραγωδίες Ορέστεια (1950) και Μήδεια (1956) και για τη μοναδική κωμωδία του, Βάκχες. Στη συνέχεια, θα ασχοληθεί με τις Αριστοφανικές κωμωδίες Όρνιθες, Εκκλησιάζουσες, Βάτραχοι, ΠλούτοςΛυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσες, ενώ θα ντύσει μουσικά το «Ματωμένο Γάμο» (1948), το «Λεωφορείο ο Πόθος» (1948) και «Το γλυκό πουλί της νιότης» (1960).

Γιάννης Τσαρουχής, Μάνος Χατζιδάκις, Κάρολος Κουν και Ραλλού Μάνου στην παράσταση Όρνιθες του Εθνικού Θεάτρου.

Ο κινηματογράφος και ο Χατζιδάκις

Εκτός του θεάτρου όμως, ο δραστήριος και δημιουργικότατος Μάνος Χατζιδάκις θα προσφέρει τη μοναδική μουσική του σε πάνω από 80 κινηματογραφικές ταινίες, αφήνοντας το μουσικό του στίγμα από το 1946 ως το 1974. Ταινίες όπως οι «Αδούλωτοι Σκλάβοι»(1946), «η Στέλλα» (1955) του Μ. Κακογιάννη, «ο Δράκος» (1956) του Ν. Κούνδουρου, «Ποτέ την Κυριακή» (1960), «America America» του Καζάν(1963) και «Sweet Movie» του Μακαβέγιεφ (1974), θα γνωρίσουν μεγάλη επιτυχία εξαιτίας και του προσωπικού στίγματος του Χατζιδάκι.


Ο Χατζιδάκις και το Όσκαρ

Ο Χατζιδάκις κατά την παραλαβή του Όσκαρ.

Έχοντας ενορχηστρώσει και ηχογραφήσει τον «Επιτάφιο» (1959) με τη Νάνα Μούσχουρη, ο Χατζιδάκις συστήνει για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη με μεγάλη επιτυχία, ωστόσο κανείς δε θα μπορούσε να γνωρίζει, ούτε καν ο ίδιος, τι θα συνέβαινε την αμέσως επόμενη χρονιά.

Το 1960 αποτελεί τη χρονιά ορόσημο, τόσο για τον ίδιο τον Χατζιδάκι, όσο και για την ελληνική μουσική. Η ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν,  με πρωταγωνίστρια την Μελίνα Μερκούρη, είναι υποψήφια για Όσκαρ. Οι υπεύθυνοι της ταινίας και ο δημιουργός της ζητούν επίμονα από τον Χατζιδάκι -μέσω ενός καθορισμένου χρονικού ορίου- να γράψει τη μουσική. Ο Χατζιδάκις δυσαρεστείται έντονα, δε συμφωνεί με τη χρονική πίεση που του επέβαλαν και αρχικά αρνείται. Αποφασίζει εντελώς διεκπαιρεωτικά, να γράψει μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, ένα τραγούδι, «Τα παιδιά του Πειραιά» που ερμήνευσε η Μελίνα Μερκούρη. Η ταινία τελικά καταφέρνει να κερδίσει το Όσκαρ καλύτερης μουσικής, το οποίο ανήκε στον Χατζιδάκι. Ο Χατζιδάκις όμως, δεν είναι περήφανος για τη δουλειά του, ούτε και φίλος αυτής της μορφής δημοσιότητας και παραλαμβάνει το Όσκαρ με το ζόρι, όντας κατσούφης, κάτι που αποτυπώθηκε και στο φωτογραφικό φακό.

Παρ’ όλα αυτά, το τραγούδι συγκαταλέγεται μέχρι σήμερα στα 10 εμπορικότερα τραγούδια του 20ου αιώνα, προσφέροντας στο δημιουργό του παγκόσμια καταξίωση και φήμη, που όμως ποτέ δε θέλησε και ενδόμυχα δεν αποδέχτηκε. Ο Χατζιδάκις, μετά τη χρονιά του Όσκαρ, θα συνεχίσει την αγαπημένη του δραστηριότητα, τη σύνθεση μουσικής, δημιουργώντας την Οδό Ονείρων, μια μουσική παράσταση – σταθμός για το ελληνικό μουσικό θέατρο, ενώ παράλληλα δημιουργεί το διαγωνισμό σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις», χρηματοδοτώντας τον εξολοκλήρου. Μέσω αυτού του διαγωνισμού, αναδεικνύεται ο σπουδαίος δημιουργός Ξενάκης.

Αδιαφορώ για τη δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.


Η Αμερική και τα χρέη

Ο Μάνος Χατζιδάκις στην Αμερική.

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στην Αμερική, όπου και θα παραμείνει μέχρι και το 1972, ζώντας από μακριά τη δικτατορία. Το διάστημα αυτό, θα γράψει το έργο για πιάνο «Ρυθμολογία», τον κύκλο τραγουδιών «Ο Μεγάλος Ερωτικός», αλλά και την εν μέρει αυτοβιογραφική μουσική ιστορία «Η Εποχή της Μελισσάνθης». 

Παράλληλα, θα αναλάβει διάφορες πρωτοβουλίες, ιδρύοντας και διευθύνοντας την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών. Ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ μαζί με τον Ζυλ Ντασέν και την Μελίνα Μερκούρη την παράσταση «Illia Darling» που αποτελεί διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή». Επηρεάζεται από την ποπ μουσική και κυκλοφορεί τον κύκλο τραγουδιών Reflections, με τους New York Rock και Roll Ensamble.

Επιπλέον, στα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας, βρέθηκε ένα χρέος 3,5 εκατομμυρίων δραχμών προς το δημόσιο. Το χρέος εξοφλείται από τον Χατζιδάκι το 1972 και έπειτα επιστρέφει στην Ελλάδα.  Ιδρύει τον καφενειακό-μουσικό χώρο «Πολύτροπον», ο οποίος θα λειτουργήσει για δύο χρόνια. Το 1974 θα κλείσει. Με το τέλος της χούντας, η χώρα θα θελήσει να εκτονωθεί, και το γήπεδο και οι αντιστασιακοί χοροί θα αποτελέσουν μια μορφή χαράς, εκτόνωσης και ενθουσιασμού, που όμως δεν ελκύουν τον Χατζιδάκι, ο οποίος μένει αμέτοχος. Την περίοδο εκείνη, θα προκύψει ακόμα ένα χρέος προς το δημόσιο -περί τα 3,5 εκατομμύρια δραχμές ξανά-, τα οποία και θα αποπληρωθούν.

Η δόξα είναι επιταγή που δεν πρέπει να εξαργυρώσεις σε χρήμα. Παίρνεις χρήμα, χάνεις τη δόξα. 


Η μεταπολίτευση και το τέλος της ζωής του

Την περίοδο της μεταπολίτευσης (από το 1975 και εξής), ο Χατζιδάκις εισέρχεται σε μια εποχή που θα γίνει πανελληνίως γνωστός στο ευρύ κοινό. Ξεπερνά ένα έμφραγμα στην καρδιά και προσπαθεί -μέσω της ΕΡΤ και του Υπουργείου Πολιτισμού- να εκφράσει δημοκρατικά τις απόψεις του, δίχως ευτυχή κατάληξη, λέγοντας απογοητευμένος ότι «και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν κατά κράτος».

Αργότερα, θα παρουσιάσει έντονη δράση, καθιερώνοντας τις Μουσικές Γιορτές στα Ανώγεια Κρήτης (1978) και τους Μουσικούς Αγώνες στην Κέρκυρα (1981), ενώ παράλληλα θα δημιουργήσει με τεράστια επιτυχία τον κρατικό ραδιοσταθμό Τρίτο Πρόγραμμα (1975-81), συνεργαζόμενος με νέα και ταλαντούχα παιδιά.

Το 1985 θα ιδρύσει την ιστορική δισκογραφική εταιρεία «Σείριος». Δισκογραφικά έντυσε πολλές και σημαντικές κλασσικές ταινίες, όπως: «Ο Κύκλος με την Κιμωλία» (1956), «Παραμύθι χωρίς Όνομα» (1959), «Πασχαλιές μέσα απ’ τη νεκρή γη» (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), «Το χαμόγελο της Τζοκόντα» (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), «Αθανασία» (1975), «Τα Παράλογα» (1976), «Σκοτεινή Μητέρα» (1985), «Τα Τραγούδια της Αμαρτίας» (1992).

Τέσσερα χρόνια αργότερα, θα ιδρύσει την Ορχήστρα των Χρωμάτων, «με πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες». Ο Χατζιδάκις ως μαέστρος έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ με Έλληνες και ξένους σολίστ, ενώ το ρεπερτόριο που υπηρέτησε ήταν ελληνικό και ξένο. Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου 1994 πεθαίνει από έμφραγμα μυοκαρδίου, αφήνοντας ένα τεράστιο έργο ως παρακαταθήκη πίσω του.

Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθιά κι απόλυτα, θέλω να μάθω ο ίδιος ποιος υπήρξα, τι σκέφτηκα, πώς έζησα και τι είναι αυτό που συνθέτει την μελλοντική μου απουσία.

(σημείωμά του στο δίσκο «Αθανασία»)


Τα καλύτερα τραγούδια του, η ιστορία ενός εξ αυτών και το «Βαλς των Χαμένων Ονείρων»

Ο μουσικοσυνθέτης επί τω έργω.

Ο Χατζιδάκις κατάφερε να συνθέσει εκατοντάδες τραγούδια με επιτυχία και κάποια από αυτά έγιναν τεράστια επιτυχία και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα. Άλλωστε, δεν είναι λίγοι οι σπουδαίοι τραγουδιστές που τραγούδησαν Μάνο Χατζιδάκι και είδαν την καριέρα τους να απογειώνεται. Κάποια από αυτά τα τραγούδια είναι: «Θάλασσα πλατιά», «Μια πόλη μαγική», «Τα Παιδιά του Πειραιά», «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο», «Μην τον κοιτάς τον Ουρανό» και «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι».

«Αισθάνομαι ότι αυτός ο άνθρωπος είχε γεννηθεί για να μαγεύει και να ταξιδεύει τους άλλους με τη μουσική του. Και το κατάφερε», έλεγε ο Σακελλάριος. Μαζί συνεργάστηκαν σε πολλές ταινίες. Το 1955, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», ο Σακελλάριος είχε γράψει τους στίχους για το τραγούδι «Γαρύφαλλο στ’ αυτί», ενώ ο Χατζιδάκις τους μελοποίησε. Την περίοδο της «Μήδειας», ο Φίνος, με τον οποίο επίσης συνεργάστηκε ο Χατζιδάκις, πίεζε τον Ξανθιώτη μουσικοσυνθέτη, να γράψει τη μουσική της ταινίας. Ο Χατζηδάκις λόγω έλλειψης χρόνου δεν προλάβαινε.

– «Μάνο, τελειώνουμε την ταινία και τραγούδι δεν έχουμε».

– «Εντάξει Φιλοποίμην», του απάντησε, «παίρνω ταξί και στο φέρνω. Το ‘χω έτοιμο!», ήταν ο τότε διάλογός τους.

Όντως, ο Χατζιδάκις έγραψε τη μουσική της ταινίας, μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, στο ταξί που τον οδήγησε στον Φίνο και στα γυρίσματα της ταινίας. Επίσης, ο Αλέκος Σακελλάριος παρείχε αποκλειστικές πληροφορίες και για την ιστορία πίσω από το «Βαλς των χαμένων ονείρων».

«Στην πρώτη ιδιωτική προβολή που κάναμε για την ταινία «Χαμένα Όνειρα», ούτως ώστε να δει ο Μάνος την ταινία και να εμπνευστεί τη μουσική, στα πρώτα πέντε λεπτά κοιμήθηκε και ξύπνησε λίγο πριν τελειώσει η ταινία.

– «Μάνο μου, μήπως πρέπει να τη ξαναδείς;», του λέω.

– «Δε χρειάζεται, σε λίγες μέρες θα έχεις τη μουσική», μου απάντησε.

Πράγματι, η μουσική ήταν καταπληκτική και θεωρείται η καλύτερη μελωδία του στον κινηματογράφο.


Αντί επιλόγου

Δεν χωρά καμιά λέξη για να περιγράψει τον Μάνο Χατζιδάκι. Για το λόγο αυτό, θα αφήσω τον ίδιο, να εκθέσει «το καταστάλλαγμα του βίου του».

Αδ ι α φ ο ρ ώ… για τη δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω… στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ… αυτούς που δε στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, τη σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία, καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

«Έτσι, κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας το σεβασμό των νεωτέρων μου, μιας και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός».

Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δε με περιέχει.


Παρακάτω παρατίθενται δύο βίντεο. Στο πρώτο υπάρχει η καταπληκτική μελωδία «Βαλς των Χαμένων Ονείρων», ενώ στο δεύτερο,  υπάρχει ένα ηχητικό ντοκουμέντο, με τον Χατζιδάκι να εκφράζει την άποψή του για την εξουσία. Καλή απόλαυση.

 

Πηγή βίντεο
youtube.com
Πηγές αφιερώματος

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Είμαι ο Χάρης Αβραμίδης. Είμαι φιλόλογος, καθώς τυγχάνω απόφοιτος της σχολής Φιλοσοφίας - Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ. με κατεύθυνση τη φιλοσοφία και το ζώδιό μου είναι Κριός. Είμαι σινεφίλ , λατρεύω τη μουσική και το μότο μου :΄΄ Βάλλε πάθος σε ό,τι κάνεις ! ΄΄ .

Το MAXMAG είναι ένα νέο διαδικτυακό περιοδικό, που σκοπεύει να παρέχει ενημέρωση επάνω σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά. Η κάθε στήλη μας αντιπροσωπεύει και ένα ξεχωριστό πεδίο, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύ πλαίσιο ενδιαφερόντων του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG