Μ. Καραγάτσης: Ένας γεννημένος πεζογράφος

SHARE

Μέσα στη ψυχή του κάθε ανθρώπου η τιμιότητα υπάρχει ατόφια. Μα δεν υπάρχει πάντοτε η δύναμη να παραδεχτούμε και να στεριώσουμε το τίμιο με στοχασμούς και πράξεις ανάλογες.

Μ. Καραγάτσης «Τα Στερνά Του Μίχαλου», Εκδόσεις Εστία.


Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Μ. Καραγάτση

Στην καμπή του 20ού αιώνα γεννιέται στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 1908, ο Δημήτρης Ροδόπουλος, ο μελλοντικός Μ. Καραγάτσης, συγγραφέας με νέο δυναμικό που θα διαμόρφωνε κάτι καινούριο στα λογοτεχνικά ελληνικά δρώμενα. Ήρθε στη ζωή ένα χρόνο μετά το θάνατο του δραματουργού Ερρίκου Ίψεν και δύο χρόνια πριν το θάνατο του Λέοντα Τολστόι, που τόσο πολύ θαύμαζε. Την εποχή αυτή η Ελλάδα ζει μέσα στο αίσθημα του φόβου. Το 1908 τοποθετείται η επανάσταση των Νεότουρκων, ένα χρόνο μετά γίνεται στην Ελλάδα το κίνημα στο Γουδί, για να ακολουθήσει η πρωθυπουργία του Βενιζέλου, η αναθεώρηση το Συντάγματος το 1911 και οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Το 1912 η Ελλάδα θα διπλασιαστεί. Τρία χρόνια μετά, θα ξεσπάσει ο εθνικός διχασμός με τη σύγκρουση Βενιζέλου και παλατιού. Το  πολιτικό κλίμα είναι ηλεκτρισμένο, ενώ από το 1915 θα αρχίσει να συγκεντρώνεται στην πρωτεύουσα κόσμος της αγροτιάς και οι πρώτοι πρόσφυγες θα καταφτάνουν από τη Μικρά Ασία.

Ο Δημήτρης Ροδόπουλος περνά τα παιδικά του χρόνια στη Λάρισα. Ο πατέρας του, Γεώργιος Ροδόπουλος, που καταγόταν από οικογένεια γαιοκτημόνων της Πάτρας, έπαιρνε συχνά μεταθέσεις ως διευθυντής τραπεζών. Μητέρα του ήταν η Ανθή Μουλούλη. Ο Δημήτρης ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας με τα αδέρφια του. Πηγαίνει στο δημοτικό σχολείο στη Λάρισα και περνά τα καλοκαίρια στη Ραψάνη, ένα πανέμορφο χωριό στις παρυφές του Ολύμπου. Ο Δημήτρης θα τελειώσει το γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη, το 1924, θα γραφτεί στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Γκρενόμπλ, αλλά ένα χρόνο μετά θα γυρίσει στην Ελλάδα, όπου θα τελειώσει τη Νομική στην Αθήνα και τη σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών.

Advertisement

«Την Αθήνα την αγάπησα αργότερα… Πολύ αργότερα. Μα ένιωσα την ομορφιά της και το απαλό μεγαλείο της. Τα λίγα χρόνια που έζησα κοντά της και τα λίγα όμορφα ξένα μέρη που γνώρισα, και που θεωρούνται σαν η κρέμα της παγκόσμιας καλλονής, με έκαναν να τη βάλω ψηλά, στην κορυφή της ομορφιάς και της αγάπης. Η θάλασσα και η Αθήνα… Οι δύο στοργές μου, οι δυο φιλενάδες μου».

Μ. Καραγάτσης.

Μ. Καραγάτσης|Πηγή εικόνας: https://www.google.com


Η ιστορία πίσω από το ψευδώνυμο Μ. Καραγάτσης

Είναι γνωστό ότι πολλοί λογοτέχνες υιοθέτησαν ένα ψευδώνυμο καθ’ όλη τη συγγραφική τους πορεία, με το οποίο έγιναν αναγνωρίσιμοι και καταξιώθηκαν. Στην περίπτωση, όμως, του Καραγάτση το ψευδώνυμο αποτέλεσε απαίτηση και μάλιστα πατρική. Το ψευδώνυμο, λοιπόν, Καραγάτσης προέρχεται από το καραγάτσι, ένα άλλο όνομα του δέντρου πτελέα ή φτελιά. Αρχικά, τα πρώτα του δημοσιεύματα τα υπογράφει ως Πτελεάτης και αργότερα θα γίνει Καραγάτσης. Όσο για το κεφαλαίο «Μ.» προέρχεται από το ρωσικό όνομα Μίτια, του αγαπημένου του ήρωα από τους αδερφούς Καραμάζοφ του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Σε μια επιστολή του προς τον Πέτρο Χάρη, ο Μ. Καραγάτσης μας λύνει όλες τις απορίες σχετικά με το πώς προέκυψε το ψευδώνυμο, με το οποίο καταξιώθηκε ως λογοτέχνης και έγινε γνωστός σε όλους. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την επιστολή αυτή:

«Αγαπητέ Χάρη,

…θα ήθελα να σου εξομολογηθώ την κωμικοτραγική ιστορία του ψευδώνυμού μου.

Ήμουνα κι εγώ από τους νέους εκείνους που είχαν πολλούς δισταγμούς για το πρωτόλειό τους έργο, δεν με φόβιζε όμως η γνώμη των συνανθρώπων μου. Με το δονκιχωτικό θράσος των δειλών, ήμουνα έτοιμος να δώσω τη μάχη με το πραγματικό και κατά τη γνώμη σου τόσο ευαίσθητο όνομά μου. Με τη διαφορά πως το όνομα αυτό δεν ήταν μόνο δικό μου, αλλά και του μακαρίτη του πατέρα μου, ενός ανθρώπου μ’ εξαιρετική αξία και μεγάλα πνευματικά και ηθικά χαρίσματα, αλλά και παθολογικά εγωκεντρικού, που πίστευε ακράδαντα πως κάθε άλλος έξω από το δρόμο που ακολούθησε αυτός στη ζωή του, είχε μέσα του το σπέρμα της κατωτερότητας, της αποτυχίας. Και σαν καλός πατέρας που ήταν, σπατάλησε τις δυνάμεις του και την περιουσία του για να με κάνει όπως ήταν αυτός. Δηλαδή ένα σοβαρό και πρακτικό επιστήμονα, ίσως και πολιτικό.

Advertisement

Καταλαβαίνω τη βαθιά του απογοήτευση όταν είδε τις βιολογικές και διαμορφωτικές του προσπάθειες να πάνε χαμένες. Χωρίς να έχουμε μιλήσει ποτέ καθαρά, καταλάβαινε πως η λογοτεχνική προοπτική ήταν το μεγάλο μου πάθος. Και συννέφιαζε…

Έτυχε ο μακαρίτης να έχει φίλο γκαρδιακό ένα συνομήλικό του στρατιωτικό, που ο γιος του, καλός και ορθόδοξος ποιητής, ακολούθησε κάποιον αιρετικό – σε άλλες βιοκοινωνικές του εκδηλώσεις – δρόμο. Και γεννήθηκε στη φαντασία του πατέρα μου η πλάνη πως κάθε νεοέλληνας συγγραφέας πρέπει νάχει όλα τα γνωρίσματα που ξεχώριζαν το γιο του γερο – φίλου του απ’ τους άλλους ανθρώπους. Με φώναξε λοιπόν μια μέρα και μου δήλωσε κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο:

  • Το όνομα που σου έδωσα είναι ακηλίδωτο και σου απαγορεύω να το κηλιδώσεις. Δε θα έχουμε στην οικογένειά μας τα ρεζιλίκια του γιου του Παυσανία.

Έσκυψα το κεφάλι με τον πρεπούμενο υϊκό σεβασμό:

  • Να μείνετε ήσυχος. Θα πάρω ψευδώνυμο…

Έτσι από Ροδόπουλος, γίνηκα Καραγάτσης.

Ύστερα από λίγο καιρό κυκλοφόρησε ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν. Ο μακαρίτης αγνοούσε επισήμως το φοβερό μου στραβοπάτημα. Όταν όμως διάβασε τις κριτικές, όταν άκουσε τους επαίνους των ανίδεων για την πεισματωμένη αντίληψή του γνωστών και φίλων, άρχισε να κλονίζεται. Και μια μέρα αγόρασε τον Λιάπκιν και τον διάβασε κρυφά. Μάλιστα, κρυφά. Και κατάλαβε. Γιατί, όπως είπαμε, ήταν άνθρωπος με ανώτερη αντίληψη, ο μακαρίτης. Με φώναξε λοιπόν πάλι στο γραφείο του και μου είπε τον παρακάτω μνημειώδη λόγο:

  • Κηλιδωμένο όνομα σου έδωσα και πήρες ψευδώνυμο.

Έτσι το ψευδώνυμό μου χρωστιέται, όχι σε δικό μου, αλλά σε πατρικό. Με τη διαφορά πως όταν γίνηκε φανερό πως δεν υπήρχε φόβος να κηλιδώσω το όνομα των Ροδοπουλέων ήταν πια πολύ αργά. Κι έτσι απόμεινα Καραγάτσης. Ας όψεται ο γιος του Παυσανία.

Advertisement

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Καραγάτσης».

Μ. Καραγάτσης|Πηγή εικόνας: https://www.google.com


Μ. Καραγάτσης: Έργο και σκληρή κριτική

Οι ήρωες του Καραγάτση ήταν άλλοτε άνθρωποι της εξουσίας πίσω από την οποία κρύβονταν εσωτερικές αδυναμίες και πάθη και άλλοτε ταπεινοί άνθρωποι του περιθωρίου, καταδικασμένοι από τη μοίρα. Μια μοίρα που υποσχόταν μόνο μοναξιά. Τέτοια ήταν και η μοίρα του συγγραφέα τους. Ένας άνθρωπος μοναχικός που υιοθετούσε κάποιο προσωπείο ανάλογα με την περίσταση.

Ο Μ. Καραγάτσης ήταν από τη στόφα του γνήσιου ανθρωπιστή, που ψάχνει το απόλυτο μέσα σε έναν κόσμο που έχει αποβάλει το γνήσιο και καθαρό περιεχόμενο των ιδεών. Όλος ο ανθρωπισμός του εκφράστηκε μέσα από την αγωνία του για τον άνθρωπο και συγκεκριμένα για τον ηττημένο από τη ζωή, παρά για εκείνον που εκπροσωπεί τη δύναμη και την εξυπνάδα. Κατόρθωσε να βρει μια συγκεκριμένη ιδέα για τον κόσμο μέσα στην ίδια του τη δημιουργία και τάχθηκε σε αυτή, δημιουργώντας μια αφοσίωση περίπου θρησκευτική.

Ο Μ. Καραγάτσης ένιωσε από πολύ νωρίς τη δυνατότητα που είχε να «φεύγει» μέσα από το γράψιμο, να αποδρά από τα δυσάρεστα μέσα από τη γραφή. Φορούσε τα προσωπεία των ανθρώπων που θαύμαζε ή που τους έπλαθε, έτσι ώστε να είναι άξιοι θαυμασμού. Έβαζε όρια στην αχαλίνωτη φαντασία του. Προσπαθούσε να την τοποθετεί στα όρια που του έθετε η πραγματικότητα. Με τη δυναμική της φαντασίας του κατόρθωνε να ανασκευάζει γεγονότα, ακόμα και να αλλάζει την ίδια την ιστορία. Το έκανε όμως χαριτωμένα και απολαυστικά, γιατί ο Μ. Καραγάτσης ήταν αληθινός, ακόμα και στη μεγαλύτερη φαντασίωση, κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη απόλαυση, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους αναγνώστες του. Η αποδοχή του αναγνωστικού του κοινού ήταν αυτή που του προκαλούσε τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση και όχι η επίσημη κριτική της εποχής. Αυτή δεν καθιέρωσε τον Μ. Καραγάτση. Αντίθετα, αυτό που του πρόσφερε ήταν η ρετσινιά του προχειρογράφου, του υλιστή, που άλλο δεν τον ενδιέφερε παρά το ζωώδες ανθρώπινο ένστικτο, του φροϋδιστή, που έφερνε καινά δαιμόνια σε μια κοινωνία αυστηρή και παρωχημένη. Ωστόσο, εκείνος δεν έμοιαζε να ενοχλείται και να πτοείται από όλα αυτά. Συνέχισε το έργο του, σαρκάζοντάς τους και αυτοσαρκαζόμενος μέχρι την τελευταία του λέξη: το «Ας γελάσω…» σε ένα μισοτελειωμένο χειρόγραφο.

Όσον αφορά το έργο του Μ. Καραγάτση:

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

  1. Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν (εκδ. οίκος Δημητράκου, 1933)
  2. Χίμαιρα (έκδοση Νέας Εστίας, 1936)
  3. Η Μεγάλη Χίμαιρα (αναθεωρημένη, Μαυρίδης, 1953)
  4. Γιούγκερμαν (έκδοση Νέας Εστίας, 1938)
  5. Τα στερνά του Γιούγκερμαν (Πυρσός, 1941)
  6. Λειτουργία σε λα ύφεσις (Γλάρος, 1943)
  7. Νυχτερινή ιστορία (Γλάρος, 1943)
  8. Το χαμένο νησί (Αετός, 1943)
  9. Ο κοτζάμπασης του Καστροπύργου (Αετός, 1944)
  10. Ο μεγάλος ύπνος (Ίκαρος, 1947)
  11. Αίμα χαμένο και κερδισμένο (Ίκαρος, 1947)
  12. Τα στερνά του Μίχαλου (Αετός, 1949)
  13. Άμρι α μούγκου (Ίκαρος, 1954)
  14. Ο θάνατος και ο Θόδωρος (Έχιδνα, 1954)
  15. Ο κίτρινος φάκελλος (Εστία, 1956)
  16. Σέργιος και Βάκχος (Δίφρος, 1959)
  17. Το «10» (Εστία, 1964)
  18. Ο μικρός Σέργιος και Βάκχος (Εστία, 1973)

–           Ο καθηγητής Λουκάς Κατελάνος (1943)

–           Τα σύνορα του μίσους (1948)

(Τα δύο τελευταία κυκλοφόρησαν σε μορφή βιβλίου)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

  1. Το συναξάρι των αμαρτωλών (Γκοβότσης, 1935)
  2. Η λιτανεία των ασεβών (Γκοβότσης, 1940)
  3. Το μπουρίνι (Γλάρος, 1943 – θα περιληφθεί στο Μεγάλο συναξάρι)
  4. Πυρετός (Δημητράκος, 1945)
  5. Το νερό της βροχής (Αετός, 1950)
  6. Το μεγάλο συναξάρι (Αετός, 1951)
  7. Η μεγάλη λιτανεία (Εστία, 1955)

Η γλώσσα του Μ. Καραγάτση

Μια από τις αρετές των έργων του Μ. Καραγάτση είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Μια γλώσσα που βγαίνει αβίαστα από το στόμα των πρωταγωνιστών των έργων του και αυθόρμητα. Πρόκειται για μια γλώσσα που εναρμονίζεται με την πραγματικότητα, καθώς είναι ευλύγιστη, εύστροφη και πλούσια σε αποχρώσεις. Ο Μ. Καραγάτσης αντιμετωπίζει τη γλώσσα σαν κάτι που έχει ζωή και τη νιώθει κομμάτι το εαυτού του. Της συμπεριφέρεται σαν να έχει απέναντί του κάτι ζωντανό, θερμό και παλμώδες. Συνεπώς, η συμπεριφορά αυτή δίνει ζωή στο λόγο του και επιβεβαιώνει πως πρώτη αρετή του έργου του Καραγάτση είναι η ευγλωττία.

Μ. Καραγάτσης|Πηγή εικόνας: https://www.google.com


Συμπληρώνονται, πλέον, 59 χρόνια από το θάνατό του (14/9/1960). Ο Μ. Καραγάτσης αξίζει να μνημονεύεται, καθώς υπήρξε ένας από τους συγγραφείς εκείνους που διαβάστηκαν πολύ και διαβάζονται ακόμη. Όλα όσα τον χαρακτήριζαν, το συγγραφικό του ταλέντο, το μυαλό του, που μεταπηδούσε από χώρο σε χώρο, από άνθρωπο σε άνθρωπο και από κατάσταση σε κατάσταση για να μας δώσει εντυπώσεις, συναισθήματα και ορίζοντα, είναι αυτά που τον φέρνουν και θα μας τον φέρνουν για πολύ ακόμα καιρό ανάμεσα στους πρώτους συγγραφείς της λογοτεχνίας μας.


Στο παρακάτω ντοκιμαντέρ παρουσιάζονται πιο αναλυτικά στοιχεία από τη ζωή και το έργο του λογοτέχνη.

Πηγές

Η Φωνή Μιας Γενιάς, Γ. Θεοτοκάς – Μ. Καραγάτσης, Από τη Νένα Κοκκινάκη, Τα Μικρά/ Βιογραφίες, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1997.

Γ. Μ. Πολιτάρχη, Πρόσωπα και Ιδέες, Εκδόσεις Το Ελληνικό Βιβλίο.

Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση, Ελικοσι χρλονια από τον θάνατό του, Εκδόσεις Τετράδια Ευθύνης.

Παρόμοια άρθρα που μπορεί να σ’ενδιαφέρουν:

SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Απόφοιτη Κλασικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Πατρών.

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG