Δημήτρης Λιαντίνης: «Έζησα έρημος και ισχυρός»

Σαν σήμερα, 1 Ιουνίου του 1998, ο Δημήτρης Λιαντίνης χάνεται στον Ταΰγετο. Υπήρξε ένας από τους πιο πολυσυζητημένους νεοέλληνες στοχαστές και η εξαφάνισή του συγκλόνισε το Πανελλήνιο. Ο Λιαντίνης με λόγο ποιητικό μίλησε για τον έρωτα μέσα από την έλλειψη και την οδύνη. Κατανόησε τη σπουδαιότητα του θανάτου και σε όλη του τη ζωή επέμενε σε αυτόν.

«Θα πεθάνω, Θάνατε, όχι όταν θελήσεις εσύ, αλλά όταν εγώ θα θελήσω. Σε τούτη την έσχατη ολική πράξη δεν θα γίνει το δικό σου, αλλά το δικό μου. Παλεύω τη θέληση σου. Παλεύω τη δύναμη σου. Σε καταπαλεύω ολόκληρον. Μπαίνω μέσα στη γη όταν εγώ αποφασίσω, όχι όταν αποφασίσεις εσύ. Και σένα σε αφήνω ρέστο και ταπί. Με βλέπεις κατεβασμένο  στον Άδη αφεαυτού μου και αυτοθέλητα. Και ανατριχιάζεις εσύ και το βασίλειο σου. Ο τάφος, η ταφόπλακα, το σκοτάδι, το ποτέ πια και όλα σου τα υπάρχοντα μπροστά στην πράξη μου και στην επιλογή μου μένουν εμβρόντητα και χάσκουν».

Η ζωή του

Ο Δημήτρης Λιαντίνης, μαθητής, με την μητέρα του Πολυτίμη.

Γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου του 1942 στην Κοινότητα Πουλοβίτσας του Νομού Λακωνίας. Η Πολυτίμη Νικολακάκου, η μητέρα του, γέννησε δίδυμα, τον Στέφανο και τον Δημήτρη. Τα δίδυμα γεννήθηκαν με διαφορά δεκαεπτά λεπτών, με πρώτο τον Στέφανο. Η οικογένεια είχε ήδη ένα πρωτότοκο αγόρι, τον Γιώργο. Το επώνυμό του το άλλαξε σε Λιαντίνης, για να τιμήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Λιαντίνα της Λακωνίας. Ο πατέρας του Θεόδωρος Λιαντίνης, ήταν αγρότης και στα κτήματα βοηθούσε και  η μητέρα. Τα χρόνια δύσκολα και βιβλία ή βιβλιοθήκες δεν υπήρχαν. Ο αδερφός της μητέρας τους ήταν παπάς και είχε στην κατοχή του πολλά βιβλία. Έτσι η κυρία Πολυτίμη, πήγε μία μέρα στο πατρικό της και μάζεψε ότι βιβλία υπήρχαν και τα έφερε στα τρία αγόρια. Ο Δημήτρης καθόταν με τις ώρες δίπλα στο τζάκι και διάβαζε ασταμάτητα με το φως του λυχναριού. Τελειώνοντας το δημοτικό στο χωριό, συνεχίζει το γυμνάσιο στις Κροκεές. Παρακολουθεί εκεί τις πέντε τάξεις και μετά από προσωπική του επιλογή, αποφασίζει να παρακολουθήσει την τελευταία τάξη στο γυμνάσιο της Σπάρτης. Από το πρώτο εξάμηνο δηλώνει την επιθυμία του να περάσει στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και στις 16 Σεπτεμβρίου του 1960 περνάει την πύλη της.

Φοιτητής στα έδρανα της Φιλοσοφικής.

Εγκαθίσταται λοιπόν στα Πετράλωνα, αλλά ποτέ δεν ξεχνάει την Λακωνία. Τα φώτα και ο θόρυβος της Αθήνας δεν τον άγγιξαν ποτέ. Το πτυχίο του το παίρνει το 1966 και από το 1968 μέχρι το 1970 διδάσκει ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση στους Μολάους Λακωνίας. Τον Οκτώβριο του 1970 μεταβαίνει στο Μόναχο, όπου παρέμεινε μέχρι το 1972 σπουδάζοντας τη γερμανική γλώσσα, διδάσκοντας συγχρόνως ως φιλόλογος στο ιδιωτικό ελληνικό σχολείο της Otto Gesellschaft του Μονάχου. Παράλληλα μελετά αδιάκοπα τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ενώ υπήρξε και μέλος του σωματείου «Οδύσσεια», που υποστήριζε την καύση των νεκρών, σύμφωνα με τα πρότυπα της αρχαιότητας. Από το 1973 μέχρι το 1974 υπηρέτησε εκ νέου στη Μέση Εκπαίδευση στις Θεσπιές Βοιωτίας και το 1974-75 στο Γυμνάσιο Αρρένων στη Θήβα. Το 1975 διορίστηκε βοηθός στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1978 έγινε Διδάκτωρ με βαθμό «άριστα» και θέμα της διδακτορικής διατριβής: «Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Duino του Ράινερ Μαρία Ρίλκε».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Υπήρξε από το 1975 μέχρι το 1998 βοηθός, επιμελητής, λέκτορας, επίκουρος καθηγητής και αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της Aγωγής και της Διδακτικής των ελληνικών μαθημάτων στον Τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος Φ.Π.Ψ. του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1978-79 με εκπαιδευτική άδεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης φιλοσοφία και συγχρόνως δίδασκε σε εντεταγμένο ελληνικό σχολείο στο Λουντβισχάφεν. Εκτός του Πανεπιστημίου στην Ελλάδα δίδαξε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στη Μετεκπαίδευση των δασκάλων, σε διάφορα ΠΕΚ και στη Σχολή της Αστυνομίας.

Ο γάμος του με τη Νικολίτσα Γεωργοπούλου

Με τη γυναίκα του Νικολίτσα Γεωργοπούλου.

Γνωρίστηκαν τον Ιανουάριο του 1972 στο Μόναχο, όπου ο Λιαντίνης έκανε μεταπτυχιακές σπουδές με υποτροφία. Ήταν μια τυχαία συνάντηση στο μουσείο της πόλης. Το κοφτερό μυαλό του και η ασκητική του ζωή άγγιξαν τη νεαρή κοπέλα, που δεν αντιμετώπιζε κανένα οικονομικό πρόβλημα. Ήρθαν στην Ελλάδα μαζί το Πάσχα του ’72 και παντρεύτηκαν την 1η Ιανουαρίου του 1973 στον Άγιο Δημήτριο του Μυστρά, σε στενό οικογενειακό κύκλο. Το προσκλητήριο του γάμου έφτασε στους λοιπούς καλεσμένους μετά το μυστήριο. Λίγες ημέρες πριν περάσουν το κατώφλι της εκκλησίας, ο Λιαντίνης έθεσε δύο όρους στη μέλλουσα γυναίκα του:  «Πρώτον, κάθε Πέμπτη βράδυ θα λείπω από το σπίτι. Ποτέ δεν θα ρωτήσεις το γιατί. Δεύτερον, δεν θα κοιμηθούμε ποτέ μαζί». Όπως έχει δηλώσει και η ίδια η Νικολίτσα Γεωργοπούλου. «Ναι, 26 χρόνια παντρεμένοι δεν κοιμηθήκαμε ποτέ μαζί, εκτός από κάποιες φορές που, για λόγους υγείας, επιβαλλόταν. Και ποτέ δεν τον ρώτησα για τις Πέμπτες του». Το ζευγάρι απέκτησε μία κόρη, τη Διοτίμα, η οποία είναι καθηγήτρια Θεολογίας.

Με την κόρη του Διοτίμα.

 

Το έργο του

Χειρόγραφο του Δημήτρη Λιαντίνη

Το έργο του μεγάλο και πλούσιο:

  • Έξυπνον Ενύπνιον (1977): Ερμηνεύει φιλοσοφικά και σε σχέση με την αρχαία Ελλάδα τις ελεγείες του Ντούινο του Ρίλκε. Το βιβλίο με μικρές διαφοροποιήσεις αποτελεί απόδοση στη δημοτική της διδακτορικής του διατριβής (που ήταν σε καθαρεύουσα) με τον τίτλο “Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Duino του R. M. Rilke”.
  • Χάσμα σεισμού (1977): Ερμηνεύει φιλοσοφικά το έργο του Σολωμού. Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1978.
  • Ίδε ο άνθρωπος (1979) του Νίτσε: Απόδοση στην ελληνική με προλόγισμα (ο Λιαντίνης αναφερόμενος στη μεταφραστική του εργασία χρησιμοποιεί το ρήμα “ελλήνισε”).
  • Ο Νηφομανής (1982): Αναλύεται η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη με φιλοσοφικές συντεταγμένες.
  • Homo educandus (1984): Διαπραγματεύεται την φιλοσοφία της αγωγής.
  • Πολυχρόνιο (1987): Εξετάζει τη φιλοσοφία της στοάς και την επίδρασή της στην πολιτική παιδαγωγική της Ρώμης.
  • Διδακτική (1989): Παιδαγωγικό εγχειρίδιο αρχών και μεθόδων της διδακτικής, προορισμένο για τους φοιτητές.
  • Τα Ελληνικά (1992): Αναφέρεται στη διδακτική των νέων και των αρχαίων ελληνικών, κυρίως της λογοτεχνίας (με κριτήρια για την αποτίμηση του ποιητικού έργου), και προορίζεται για εκπαιδευτικούς. Περιέχει ενδεικτικό κατάλογο κειμένων τα οποία πρέπει να κατέχει ο εκπαιδευτικός για προσωπική του κατάρτιση.
  • Γκέμμα(1997) : Περιέχει 16 αυτόνομα κεφάλαια με κυρίαρχα ζητήματα το περί Θεού ερώτημα, τη συνείδηση του “ελληνοέλληνα” και το πρόβλημα του θανάτου στη σύζευξή του με τον έρωτα.

Έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον από τους κληρονόμους του:

  • Οι ώρες των άστρων (2006) – Ποιητική συλλογή που εκδόθηκε από τη σύζυγό του με Προλόγισμα της ίδιας.

 Ο καθηγητής Λιαντίνης

Ο Δημήτρης Λιαντίνης στα είκοσι χρόνια που έζησε στα Πανεπιστημιακά έδρανα και άλλα δέκα στο Μαράσλειο, απέκτησε φανατικούς φίλους και φανατικούς εχθρούς. Το περιεχόμενο του μαθήματός του, καθώς και ο τρόπος που δίδασκε, ξένισε πολλούς. Ωστόσο, ακόμη και οι φοιτητές που δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν τότε,  αρκετά χρόνια αργότερα μνημονεύουν τα λόγια του και αναπολούν την παρουσία του στα αμφιθέατρα της Φιλοσοφικής.

Ο Δημήτρης Λιαντίνης ξεναγεί στην Ακρόπολη τους μαθητές του από το Μαράσλειο Διδασκαλείο

Σύμφωνα με δηλώσεις φοιτητών του ήταν ένας «αλλιώτικος δάσκαλος», που έκανε ένα «αλλιώτικο μάθημα» με έναν «αλλόκοτο τρόπο». «Ποτέ δεν άνοιγε βιβλίο για να το συμβουλευτεί. Δεν καθόταν ποτέ σε καρέκλα. Κινιόταν δεξιά κι αριστερά με μικρά συλλογισμένα βήματα και στέκονταν αγέρωχος στη μέση όποτε ήθελε να στοχεύσει στο κέντρο των στόχων του. Πάντα κινούμενος ενσαρκώνοντας το δικό του διδασκαλικό δρώμενο, χρησιμοποιώντας αρκετά τα χέρια και κυρίως τους μορφασμούς του προσώπου του. Η φωνή του δυνατή, δωρική και θεατρική μαζί. Ο λόγος του μεστός, βαθύς, ξέφευγε από συνήθεις φόρμες, καράβι που σε ταξίδευε παντού, σε όλα τα επιστημονικά λημέρια και σε μάγευε με έναν τρόπο μοναδικό».

Ο δρόμος χωρίς επιστροφή

Η ζωή του υπήρξε μια «προσεκτική μελέτη θανάτου». Το σημείο-κλειδί της αρχής του τέλους είναι ο γάμος της κόρης του, στις 16 Οκτωβρίου του 1997. Μετά νιώθει ελεύθερος.

Το καλοκαίρι του 1997 ήταν το τελευταίο που τα τρία αδέρφια βρέθηκαν μαζί, στην Λακωνία. Σύμφωνα με τον αδερφό του Στέφανο «ήταν η μοναδική φορά που ζήτησε να βγάλουμε μια φωτογραφία όλα τα αδέρφια».

Στις 27 Μαΐου, ημέρα Τετάρτη, παρέδωσε το τελευταίο μάθημα του στο Μαράσλειο.

«Σήμερα θα πούμε τα στερνά μας λόγια. Αύριο οι ψυχούλες μας θα κάνουν φτερά…»

Τον ίδιο καιρό συναντιέται με φίλους για να τους αποχαιρετήσει. Τηλεφωνεί σε όλους και ζητά την διεύθυνσή τους. Θέλει να τους ταχυδρομήσει το κύκνειο άσμα του, την «Γκέμμα».

Την Πέμπτη το απόγευμα, 28 Μαΐου, κατεβαίνει για τελευταία φορά στο χωριό του. Ήθελε να αποχαιρετήσει τους συγγενείς του. Δύο βραδιές μένει στο χωριό. Την πρώτη έφαγε με τον αδερφό του, τη μάνα του και τη νύφη του.

Το βράδυ της Παρασκευής, 29 Μαΐου, αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό στη μητέρα του.

«Μάνα, άκου. Σύντομα θα λάβεις μια μαχαιριά, όχι στην πλάτη, αλλά στην καρδιά. Θέλω να φανείς γενναία, σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα, που έχανε το γιο της, αλλά έστεκε περήφανη».

Το βράδυ –ξημερώματα της 1ης Ιουνίου– δεν κοιμήθηκε. Διάβασε για άλλη μια φορά τα τρία τελευταία κεφάλαια από το «Η Ζωή εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη. Το άφησε ανοιχτό στο κομοδίνο του στο κεφάλαιο που αναφέρεται στην τελική και ολοκληρωτική σύγκρουση με τον εχθρό και σημείωσε:

«Αύριο, λοιπόν, αύριο η μεγάλη μέρα. 31/5/98 Κυριακή Κηφισιά»

Ξημέρωσε Δευτέρα. Μπήκε στο αυτοκίνητο του και ταξίδεψε μέχρι την Σπάρτη. Φτάνοντας, το άφησε στην οδό Λυκούργου. Κάλεσε αμέσως στο τηλέφωνο έναν ταξιτζή, για να τον πάει στον Ταΰγετο. Κουβαλούσε μαζί του ένα στρατιωτικό σάκο. Φτάνοντας του ζήτησε να καθήσει μαζί του για να κάνουν ένα τσιγάρο. Τελειώνοντας τον αποχαιρέτησε και πήρε τον δρόμο χωρίς επιστροφή.

Την Τετάρτη 3 Ιουνίου, καθώς έδυε ο ήλιος, δύο αγαπημένοι φίλοι του, οι εκπαιδευτικοί Παναγιώτης Αβούρης και Γιάννης Κεκές, εναπόθεταν από ένα στεφάνι στο άγαλμα του Σολωμού στη Ζάκυνθο και του Λυκούργου στη Σπάρτη. Ήταν επιθυμία του. Ίσως η Τετάρτη είναι η μέρα που ξεψύχησε. «Τη μέρα που θα πέσω…». Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με την μητέρα του, ο Λιαντίνης πέθανε Τρίτη πρωί. «Η ψυχούλα του πάλεψε με το χάρο τρεις ώρες. Από τις πέντε έως τις οχτώ. Όταν σταμάτησε η καρδούλα του, το ένιωσα. Σκιστήκαν τα σωθικά μου, πέθανα κι εγώ μαζί του. Είμαι σίγουρη, την Τρίτη το πρωί έφυγε….».

Στις 4 Ιουλίου του 2005, εφτά χρόνια μετά την εξαφάνιση, η σορός του Λιαντίνη βρέθηκε  κοντά στην κορυφή «Προφήτη Ηλία» στον Ταΰγετο. Ο καθηγητής είχε κρυφτεί σε μια κοιλότητα του εδάφους που ήταν φραγμένη από πέτρες και ήταν αδύνατο να εντοπιστεί από τις αρχές. Το σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή το είχε εντοπίσει σε μια ανάβαση του στο βουνό το 1994. Ο άνθρωπος που ανακάλυψε το μέρος που βρισκόταν η σορός του καθηγητή ήταν ο συγγενής του Παναγιώτης Νικολακάκος, ο οποίος οδήγησε στη σπηλιά την κόρη του με τον σύζυγό της. Ήταν ο μοναδικός που γνώριζε που βρισκόταν ο Λιαντίνης, αλλά είχε υποσχεθεί στον καθηγητή ότι δεν θα το αποκάλυπτε, έως ότου να περάσουν επτά χρόνια, όπως και έγινε.

Η σπηλιά-τάφος του Δημήτρη Λιαντίνη, στον Ταύγετο.

Ο ιατροδικαστής που εξέτασε τον σκελετό δεν κατάφερε να εντοπίσει τα αίτια ούτε την ακριβή ημερομηνία θανάτου, αλλά κατέληξε με απόλυτη βεβαιότητα ότι ήταν ο καθηγητής.

Το τελευταίο γράμμα προς την κόρη του Διοτίμη

«Διοτίμα μου,

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.

Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι. Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει.

[…] Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της, όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου.

[…] Έζησα έρημος και ισχυρός.

Λιαντίνης

Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή να στεφανωθούν οι μορφές** Σολωμού στη Ζάκυνθο κ’ Λυκούργου στη Σπάρτη.»

Πηγές:
https://el.wikipedia.org/wiki
http://www.mixanitouxronou.gr
Λιαντίνης “Έζησα έρημος και ισχυρός” του Δημήτρη Αλικάκου, Εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 2016


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Μιγδάνη Αναστασία

Από μικρή ηλικία μου άρεσε να γράφω. Στιχάκια, κειμενάκια, σκέψεις. Στο γυμνάσιο άρχισα να γράφω και άρθρα στην εφημερίδα που είχε ο μπαμπάς μου, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Αυτό το μικρόβιο, λοιπόν, φώλιασε μέσα μου κι έτσι αποφάσισα να σπουδάσω δημοσιογραφία. Τελείωσα, παντρεύτηκα, έκανα δύο υπέροχες κόρες κι όποτε έβρισκα χρόνο, έγραφα. Τι άλλο; Παρακολουθώντας σεμινάρια δημιουργικής γραφής, συνέχισα να κάνω αυτό που αγαπούσα, λίγο καλύτερα. Διαβάζω, ακούω μουσική και το βασικότερο; Ζω την κάθε μου στιγμή, σαν να είναι η τελευταία μου.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;