Κεφάλαιο 3: ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΠΟΛ ΤΖΟΟΥΝΣ

Για πόσο ακόμη θα μπορούσες ν’ αμφιβάλλεις;… Όσο βρίσκονται μπροστά σου όλα αυτά, δεν μπορείς να αμφιβάλλεις. Τι θα μπορούσες άλλο να σκαρφιστείς, ώστε να αποδειχθεί για ακόμη μια φορά η γνησιότητα αυτού του ημερολογίου.

Το ζήτημα είναι πλέον, Τζορτζ Μπάνκροφτ, τι θα έκανες αφού ολοκλήρωνε την πομπώδη παρουσίασή του αυτός ο άγνωστος συλλέκτης ιστορικών αναφορών. Πόσες ήταν οι πιθανότητες όντως να ήσουν εσύ ο επόμενος κάτοχός του; Τι κι αν έπαιζες το παιχνίδι του Μόουζες μέχρι τέλους… Ποια θα μπορούσε να είναι η στάση σου απέναντι στις προσδοκίες των πολιτικών συνεργατών σου στην πρωτεύουσα; Θα μπορούσες να διαθέσεις χρόνο και χρήμα για να ανακαλύψεις και να φέρεις στο φως, βεβαίως, μιαν άλλη πραγματικότητα;

Θα μπορούσες να ρωτήσεις συγγενείς, φίλους, συνεργάτες.

Μα, ποιον απ’ όλους θα μπορούσες σήμερα να εμπιστευτείς;…  Το ξέρεις˙ ως ιστορικός οσμίζεσαι πως έρχεται το κακό. Οι πληροφορίες από τα ανώτερα διοικητικά κλιμάκια κάνουν λόγο για όλο και πιο έντονες διαφωνίες με τους Νότιους. Κι εσύ, στη μέση, προσπαθείς να παραμείνεις αντικειμενικός… Ήδη έχεις πάρει την απόφασή σου. Έχεις επιλέξει στρατόπεδο, όσο κι αν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου για το αντίθετο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αυτές οι παλιωμένες σελίδες θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ένα ισχυρό όπλο προπαγάνδας. Ο άγνωστος Μόουζες γνώριζε πολύ καλά γιατί το παρουσίαζε σε σένα. Η φήμη σου, η επιρροή σου! Σκέψου, πόσους θα μπορούσες να συμπαρασύρεις σε μια πορεία προς την διαφαινόμενη αναγέννηση του έθνους! Τι θα έλεγε για όλα αυτά όμως η Ελίζαμπεθ;

Η γυναίκα σου ήταν αυτή που μπορούσες να εμπιστευτείς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Η κρίση της πάντα σε βοηθούσε. Μπορεί να μην πρόσφερε λύσεις αλλά όντως, τώρα που το καλοσκέφτεσαι, άνοιγε μονοπάτια. Ένα από αυτά δεν ακολουθούσες κάθε φορά; Νομίζεις ότι το ημερολόγιο θα έριχνε φως στις σκιές της Ιστορίας;

Αφού γνωρίζεις πως αναπτερώθηκαν οι ελπίδες των Βόρειων για την αρχηγία. Ήδη έχεις υποδείξει, ακόμη και με την παρουσία του Μόουζες αυτές τις μέρες, αυτούς που ήταν υπεύθυνοι για την παρ’ ολίγο ήττα του ηπειρωτικού στρατού. Οράτιος Γκέιτς˙ ένας πολιτικός, στην καταγωγή πιο Άγγλος και από τους Άγγλους. Πόσοι άλλοι ακόμη στις νότιες πεδιάδες ενδιαφέρονταν μονάχα για τα κέρδη τους; Πόσοι δεν βοήθησαν, αποδεδειγμένα έπειτα από τόσα χρόνια, τον Κορνουάλις στην κυριαρχία του;

Τώρα, Τζορτζ Μπάνκροφτ, βρίσκεσαι σ’ ένα σημείο καμπής για την μετέπειτα πορεία σου. Και μέσα από αυτό, είσαι αναγκασμένος να εξυπηρετήσεις κάθε απαίτηση αυτού του ανθρώπου. Δεν θα κατάφερνες ούτε καν να μάθεις για την ύπαρξη ενός τέτοιου αρχείου αν δεν σε επισκεπτόταν ο ίδιος σαν ο θεός της Ιστορίας εξ ουρανού. Γιατί όμως τον αντιλαμβανόσουν ακόμη ως εχθρό, ως επικίνδυνο για την ασφάλειά σου;

Μα φυσικά γιατί δεν γνώριζες τίποτα για αυτόν πέρα από το περίεργο όνομά του. “Θα μπορούσε να είναι και ψευδώνυμο”, σκέφτεσαι. Πόσο βαθιές άραγε ήταν οι δικές του αγγλικές ρίζες; Ένα γνωρίζεις μονάχα: δεν είχε άμεση σχέση με τον στρατηγό Τζον Μπουργκόιν.

Μήπως με τον Ντάνιελ Μόργκαν; Οι αναφορές του σε αυτόν ήταν ιδιαίτερα φορτισμένες συναισθηματικά. Μα, τι λες(Τι λες;);… Κάθε κοινός πατριώτης θα συμπεριφερόταν έτσι απέναντι στη δράση μια τέτοιας φιγούρας! Επαναστάτης, πραγματικός ηγέτης, πιστός στα ιδανικά του. Όντας γηραιότερός σου, ο ηλικιωμένος άνδρας μπροστά σου, συγκέντρωνε πολλές πιθανότητες ‒μάλλον είσαι σχεδόν σίγουρος‒ για το ότι έχει συμμετάσχει με κάποιον τρόπο στην Επανάσταση.

Ποιος ήταν ο ρόλος του είναι το ζήτημα. Δεν γνωρίζεις κανέναν άλλο ήρωα εκείνης της εποχής με τέτοιο όνομα. Η φυσιογνωμία του δεν σου λέει τίποτα. Ακόμη και η εξωτερική του περιβολή δεν θυμίζει στρατιωτικό, αξιωματικό ή έστω άνθρωπο με εκπαίδευση στις μάχες. Περισσότερο, θα τον έλεγες, καλλιεργητή, έναν μέσο αγρότη.

Η προφορά του, αρκετά αγγλική. Άποικος στα σίγουρα. Πλούσιος; Δεν θα το έλεγες… Τον είχες παρατηρήσει έτσι κι αλλιώς ότι αποχωρούσε από την κατοικία σου με τα πόδια. Κανένα άλογο, καμία άμαξα. Μοναχικός κάθε φόρα, ανέβαινε το δρομάκι με περισσό κουράγιο για την ηλικία του.

Κι όμως… Τώρα που θυμάσαι ξανά τις σκηνές μαζί του, γνώριζε αρκετά ‒πολύ καλά θα έλεγες‒ τις ναυτικές υποθέσεις και τα καράβια. Βλέπεις τα χέρια του. Ταλαιπωρημένα στα σίγουρα. Ρόζοι, ρυτίδες και κόμποι τα κόκκαλα πετιούνται απότομα. Ναυτικός;… Κανένα κειμήλιο ή ενθύμιο μικρό πάνω του που να θυμίζει μια τέτοια ταυτότητα. Λες και είχε ξεπηδήσει από μιαν άλλη εποχή.

Το βλέμμα και μυαλό του μοιάζει με λεπίδα που κόβει σαν ξυράφι κάθε σου λόγο και κίνηση. Κι αυτό, γιατί η μόρφωση βλέπεις του προσέδιδε μιαν άγρια ομορφιά. Δεν είχε τον τρόπο και τις κινήσεις ενός σπουδαγμένου. Αυτοδίδακτος, μήπως;

Αχ, Τζορτζ Μπάνκροφτ! Πάνω που θα αναλάμβανες τα ηνία ενός εκλεκτού πόστου στην πολιτική. Πάνω που προετοίμαζες προεκλογικές εκστρατείες και στρατηγικές. Να η ευκαιρία σου να γίνεις ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς! Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει και ένα μικρό παραθυράκι για μια εξαίρετη πολιτική καριέρα. Μα…

Αλλιώς θα έπρεπε τότε να χρησιμοποιήσεις αυτήν την πηγή. Κλεισμένος μέσα στα γραφεία της Ουάσινγκτον ή της Μασσαχουσέτης, θα έπλεκες έναν ιστό εναντίον των αντιπάλων σου. Θα προσέδιδες μια επαναστατική ματιά στην ταυτότητα της υποψηφιότητάς σου. Τα αντίπαλα στρατόπεδα που συντάσσονται όσο μιλάς με τον Μόουζες σού είναι ήδη γνωστά. Η επιθυμία σου να νικήσεις, το ξέρεις πως είναι κρατερή. Οι Βόρειοι πρέπει να κυριαρχήσουν οπωσδήποτε.

Πιόνια πολλά υπό την επίβλεψή σου. Πατριώτες με τον σωρό, όλοι έτοιμοι να σε ακολουθήσουν αν πράξεις σωστά. Κι όμως, για να τα καταφέρεις, γνωρίζεις ότι πρέπει να παίξεις πρώτα το παιχνίδι εκείνου. Η μιλιά του ιερή και οι διαθέσεις του καλοδεχούμενες. Το συμφέρον του έχει γίνει ένα πλέον με το δικό σου. Αρκεί να κρατηθεί σε ανεκτά όρια, μακριά από τα σχέδια τα δικά σου. Η σύγκρουση θα είναι ιδιαίτερα επιζήμια για σένα.

Θα χάσεις κάθε επαφή, κάθε ελπίδα χρησιμοποίησης αυτού του κειμηλίου. Πόσο ιδρώνουν τα χέρια σου όταν σκέφτεσαι πως θα είσαι ο πρώτος που θα το δημοσιεύσει. Ο πρώτος μέσα σε όλες τις αποικίες αλλά και στην αντίπερα όχθη που θα φέρει νέες γνώσεις στην επιφάνεια!

Οι επόμενες ημέρες πρέπει να παραμείνουν ήρεμες σε κλίμα συμπόρευσης και σύμπνοιας. Τζορτζ Μπάνκροφτ τη χρειάζεσαι αυτήν την υπομονή, την οποία μπορεί να μην είχες μέχρι πρότινος. Και θα υποσχεθείς πως θα συζητήσεις κάθε πιθανή διέξοδο από το αίνιγμα αυτό για το συμφέρον όλων.

Τέλος, θα ορκιστείς ότι θα διατηρήσεις μυστική την ύπαρξη αυτού του αρχείου, έως ότου το ερμηνεύσεις “κατά το δικό σου δοκούν”. Ας παραμείνει κρυμμένο από κάθε μάτι εχθρού, πολιτικού ή στρατιωτικού, του οποίου το συμφέρον μπορεί να βλάψει τη χρυσή ευκαιρία σου.

*

Για την ελευθερία και την Επανάσταση νόμιζα κι εγώ τότε πως έχανα τον πατέρα μου. Τον έβλεπα να φεύγει χαιρετώντας πίσω του εμένα, τη μητέρα μου και τον μικρότερο αδερφό μου. «Ο μπαμπάς πρέπει να πάει στον Νέο Κόσμο˙ στη Νέα Αγγλία για ένα καινούργιο ξεκίνημα» μου είπε σφίγγοντας τους ώμους μου με τα μεγάλα και ταλαιπωρημένα χέρια του.

Στην ερώτηση που ακολούθησε από εμένα για το πότε θα τον έβλεπα ξανά, η μόνη απάντηση ήταν: «Σύντομα». Μια αόριστη λέξη, που σε γεμίζει με ελπίδα, δίχως όμως να σου διαβεβαιώνει πως όντως το “σύντομα” θα είχε τα δικά σου μέτρα. Γιατί αυτό το “σύντομα” το κράτησα στις σκέψεις μου δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια. Μέχρι τότε έβλεπα τον πατέρα μου μονάχα μέσα από τον γραφικό χαρακτήρα του. Οι επιστολές που έφθαναν στη Σκωτία ήταν αραιές αλλά επίμονες. Δεν μας είχε ξεχάσει.

Περισσότερο από εμένα και τον αδερφό μου ‒ο οποίος τον είχε γνωρίσει ελάχιστα‒ λυπόμουν τη μητέρα μου, η οποία μόνη προσπαθούσε με κάποια λίγα χρήματα που έστελνε και μια πρόχειρη κακοπληρωμένη δουλειά που είχε, να μας μεγαλώσει. Ο καημός ότι μπορεί να μην τον ξαναέβλεπε φαινόταν στα μάτια της. Βουρκωμένα, κάθε φορά που διάβαζε μια επιστολή του, συγκρατούσε όσο μπορούσε τα δάκρυα, για να μας τη διαβάσει και σε εμάς, γιατί ακόμη δεν ξέραμε πολλά γράμματα.

Και στ’ αλήθεια;… Ποτέ δεν έμαθα όσο βρισκόμουν στη Σκωτία. Άμοιρη ζωή, αγροτική, με το τσαπί και τη αξίνα προσπαθούσαμε να βγάλουμε κάτι για τη σοδειά μας την ετήσια. Όσο το αυτοκρατορικό Λονδίνο ήθελε να περνάει τον χρόνο του στη χλιδή τόσο οι υποτακτικοί του(ιδιαίτερα εμείς οι Σκωτσέζοι) δεχόμασταν τη μεγαλύτερη περιφρόνηση, τη δυσάρεστη πίεση κάθε Άγγλου γαιοκτήμονα, τον φορολογικό δερβέναγα πάνω από το κεφάλι μας.

Οι τρεις μας μαθαίναμε κάθε τόσο τις περιπέτειες του πατέρα μέσα από τις επιστολές του: σε ποιο σκαρί δούλευε, πού ταξίδευε, πώς ήταν η ζωή στις νέες πολιτείες… Όταν μεγάλωσα αρκετά και άρχισα να καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν είχε σκοπό να γυρίσει, ρώτησα τη μητέρα μου˙ την πίεσα να μου αποκαλύψει γιατί είχε φύγει, γιατί μας είχε εγκαταλείψει.

Ήταν τότε που κάτι ράγισε μέσα μου. Μετάνιωσα που δεν είχα κάνει καμία προσπάθεια να τον συγκρατήσω, ώστε να μην φύγει έτσι, σαν ξένος. Δικαιολογία μου πάντα ήταν πως ήμουν μικρός ακόμη, δεν μπορούσα να επιβάλω καμία από τις επιθυμίες μου, καμία άποψή μου.

Η μητέρα καθόταν στο τραπέζι δίπλα από τη φωτιά, είχε ήδη κοιμίσει τον αδερφό μου, και κάθησε με υπομονή να μου δώσει εξηγήσεις.

Ο πατέρας σου σαν ναυτικός που ήταν είχε έναν κώδικα. Κώδικα τιμής. Και έτσι βάδιζε σε κάθε του μπάρκο. Από καράβι σε καράβι, η τύχη του τον έστειλε σ’ ένα εμπορικό με το όνομα “Ρέιβεν”. Γνώριμος του καπετάνιου τον προώθησε στο αξίωμα του λοστρόμου και είχε λόγο πλέον στους υπόλοιπους ναύτες. Μετέφεραν τσάι, καπνό, καμιά φορά υφάσματα, από τις αγορές έξω από την Αγγλία είχε φτάσει ακόμα και στις αποικίες. Έβλεπαν όλο αυτόν τον πλούτο να τους προσπερνά δίχως να κερδίζουν κάτι παραπάνω από τον μισθό που έφθανε μόλις για τις βασικές ανάγκες των οικογενειών τους. Σε ένα από τα ταξίδια τους οι ναύτες αποφάσισαν να πιέσουν τον καπετάνιο να κρύψουν ένα μέρος του εμπορεύματος, ώστε να το πουλήσουν για δικό τους μερτικό.

Ο καπετάνιος, χρόνια στις θάλασσες, γνώριζε πως αν έμπαινε στον κύκλο του λαθρεμπορίου, δεν θα κατόρθωνε ποτέ να βγει. Οι εκβιασμοί και ο κίνδυνος διωγμού από το ναυτικό ήταν πιθανά σενάρια. Γι’ αυτό και δεν δέχθηκε ν’ ακούσει κουβέντα. Οι ναύτες όμως του “Ρέιβεν”, πραγματικά κοράκια, οργάνωσαν καταμεσής της θάλασσας τρανή ανταρσία. Ο πατέρας σου και ο κώδικας τιμής του ήταν αυτό που έσωσε τον καπετάνιο από βέβαιο θάνατο.

Μπήκε στη μέση, πήρε το μέρος του ανωτέρου του και κατάφερε να πείσει κάποιους αναποφάσιστους να ταχθούν υπέρ τους. Εκείνη όμως τη στιγμή, ένας από τους πλέον οξύθυμους όρμησε στον πατέρα σου, τον υπαίτιο της αποτυχίας της ανταρσίας. Δεν θα ξεχάσει ποτέ το όνομά του, μου έλεγε˙ Φόστερ. Ο δειλός Φόστερ. Και αυτό το παρατσούκλι του βγήκε, αφού προσπάθησε να μαχαιρώσει πισώπλατα τον πατέρα σου.

Για καλή του τύχη ένας ναύτης αντέδρασε φωνάζοντας, ο πατέρας σου στράφηκε ενστικτωδώς προς τον επιτιθέμενο και του άρπαξε το χέρι. Η πάλη διήρκεσε μόλις λίγα λεπτά, πριν ο πατέρας σου, στην προσπάθειά του να αφοπλίσει τον αντίπαλό του, τον τραυμάτισε θανάσιμα στο στήθος.

Αυτό ήταν. Το ότι στην πραγματικότητα προσπάθησε να σώσει τον εαυτό του και το καράβι ολόκληρο από τα χέρια των ανταρτών δεν μετρούσε. Για το κοινό αίσθημα, για τους Άγγλους νομοθέτες, για το αγγλικό δίκαιο, επρόκειτο για φόνο. Ειδικά από τη στιγμή που εκείνος, Σκωτσέζος στην καταγωγή, είχε σκοτώσει έναν Άγγλο ναυτικό.

Η απέλαση από τα καράβια και η ατίμωσή του ίσως ήταν το λιγότερο που τον περίμενε, αν όντως παρέμενε στην Αγγλία. Όταν έπιασαν λιμάνι, έκρυψαν για λίγο το νεκρό πτώμα στα αμπάρια του καραβιού. Όμως, κάποιος καλοθελητής το σφύριξε στους φρουρούς του λιμανιού.

Εκείνο το βράδυ ο πατέρας σου μπήκε στο σπίτι έχοντας στις αλλαξιές του αίματα. Τόσο που είχα τρομάξει αρχικά μην ήταν δικά του, που σας έκλεισα και τους δύο στο δωμάτιο να μην δείτε κάποια άσχημη σκηνή. Όταν μου εξήγησε, είχε ήδη πάρει την απόφασή του.

Με αγκάλιασε σφιχτά, ένιωθα πως μπορεί να τον έβλεπα για τελευταία φορά. Δεν έχασε στιγμή. Ξημέρωσε η επομένη, η μέρα του αποχωρισμού. Θα πήγαινε στις αποικίες, ώστε να φτιάξει ξανά το όνομά του. Να συνεχίσει να ζει κάνοντας αυτό που αγαπούσε περισσότερο: να σαλπάρει.

Να ’σαι λοιπόν περήφανος γι’ αυτόν. Να μην τον ξεχάσεις ποτέ, ακόμη κι αν δεν τον συναντήσεις ξανά. Κάθε φορά που πιάνω επιστολή στα χέρια μου, χαίρομαι αρχικά για τον αποστολέα˙ ο διοικητής Τζον Πολ Τζόουνς, όπως πρόσθεσε και το τελευταίο επίθετο για να μην θυμίζει τίποτα τον παλιό “δολοφόνο” ναυτικό, είναι πλέον τιμημένος και δοξασμένος άνθρωπος του Νέου Κόσμου. Αυτός ήταν και είναι ο πατέρας σας, Μόουζες.     


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Δημήτρης Λαδικός

Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ασχολείται ιδιαίτερα με τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων και άρθρων. Αγάπη του είναι η μουσική, τα ταξίδια και ο αθλητισμός.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;