Κεφάλαιο 11: Άλικο το χρώμα της ελπίδας

Έχει σκοτεινιάσει για τα καλά, ο νεφελοσκεπής ουρανός μου φαίνεται πως σκοπό το έχει βάλει να πέσει και να με πλακώσει. Τα φώτα της πόλης οκνηρά, λόγω των συνθηκών, διαχέουν τις κεχριμπαρένιες τους εκκρίσεις στο οδόστρωμα κάτω στον κεντρικό δρόμο της Αθανασίου Διάκου.

Η ατμόσφαιρα φέρνει λίγο από Φθινόπωρο, ειδικά για μένα που είμαι στο γραφείο από το πρωί, φαντάζει ομολογουμένως αποπνιχτική. Αν και μας περιτριγυρίζει ψυχρούλα και κάποιοι διαβάτες έχουν καλύψει το σώμα τους με λεπτές ζακέτες, εγώ νιώθω έξαψη.

Αποθυμώ τη δροσιά ενός παγωτού. Βαδίζοντας βιαστικά έχω φτάσει στο παρκαρισμένο μου όχημα, μπροστά από το γραφείο τον ΚΤΕΛ και, ξεκλειδώνοντας την πόρτα, το παίρνω απόφαση. Θα ανέβω στη Μητροπόλεως και θα πάρω από το κατάστημα που έχει γράψει τη δική του ιστορία στην πόλη(αυτό με τα παραδοσιακά γλυκίσματα) ένα εύγευστο παγωτό χωνάκι.

Παρκάρω έξω από το σινεμά «Ολύμπιον». Πάνε χρόνια που έκλεισε, αν και το τελευταίο χρονικό διάστημα γίνονται εντατικές επισκευές για να ξανανοίξει. Κοιτάζω την υφασμάτινή του γκρίζα επικάλυψη, μια αυλαία που σηματοδοτεί ένα τέλος και ταυτόχρονα μια αρχή, αν και στα δικά μου μάτια φαντάζει σαν σάβανο, ενθυμούμενος τις υπέροχες αναμνήσεις που είχα από αυτό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ένα μειδίαμα σχεδιάζεται στα χείλη μου και σβήνει σχεδόν αμέσως σαν πεφταστέρι που αποτόλμησε να κάνει εμφανή, για κλάσματα δευτερολέπτου, την ύπαρξή του. Μου λείπει το αυθόρμητο γέλιο.

Λαϊκότροπα ακούσματα αλλοτινών εποχών με υποδέχονται στο μαγαζί. Η νεαρή κοπέλα που σπεύδει κοντά μου είναι πολύ εξυπηρετική, μου βάζει σε ένα μικρό πλαστικό κύπελλο δύο γεύσεις παγωτού. Κάθε φορά που φτάνω στο σημείο αυτό έχω κατά νου να κάνω διαφορετική επιλογή, πάντα αναιρώ την υπόσχεσή μου και διαλέγω μια μπάλα με φιστίκι και μια με σύκο.

Μα πόσο απρόβλεπτος είμαι πια; μονολογώ με διάθεση αυτοσαρκασμού, καθώς βλέπω την κοπέλα που μου χαμογελάει να γνωρίζει εκ των προτέρων τις προτιμήσεις μου και μηχανικά, χωρίς να περιμένει την οδηγία μου, να μου γεμίζει το κουπάκι με τις συγκεκριμένες γεύσεις.

Στο μεταξύ τα τραγούδια έχουν αλλάξει. Παραδοσιακά. Μη με δέρνεις καλέ μάνα που έσπασα καινούργια στάμνα. Η βαρέλα ας είν’ καλά και θα πιούνε τα παιδιά.

Πληρώνω με κάρτα και βγαίνω στον δρόμο. Πιστός στην παράδοση και στα λόγια του τραγουδιού, εντελώς αφηρημένος, σκοντάφτω πάνω σε έναν περαστικό εξίσου αφηρημένο, και πέφτει όχι η στάμνα, μα το κυπελάκι με το περιεχόμενό του, πρώτα στο πέτο του πουκαμίσου του και μετά στο πεζοδρόμιο. Έξαλλος, αρχίζει να φωνάζει.

Δεν αντέχω πια ο δόλιος για να ακούω τέτοια λόγια, που λέει και το τραγούδι, αρχίζω να φωνάζω και εγώ. Έτοιμοι είμαστε να πιαστούμε στα χέρια. Ευτυχώς μας χωρίζει η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού που, αφού κατευνάζει την οργή του συμπαθέστατου ανθρώπου που ήρθε σε λεκτική αντιπαράθεση μαζί μου, με προμηθεύει με ένα νέο κεσεδάκι. Αντίο ευθυμία. Ανόρεχτα πλέον κατεβάζω το παγωτό και επιστρέφω στο αυτοκίνητό μου.

Είμαι στη θέση του οδηγού και ετοιμάζομαι να βάλω μπρος για να φύγω όταν μου κεντρίζει την προσοχή μια φιγούρα στη γωνιά ενός παράδρομου, σε ένα παλιό σπίτι διανθισμένο με λογιών-λογιών άνθη και φυτά που αναρριχώνται σε μεγάλο και φαρδύ μπαλκόνι. Εκεί, πίσω από χαραμάδες που οι βλαστοί δεν επιτρέπουν να διαπερνιούνται εύκολα, μόλις πρόσεξα μια κοπέλα ντυμένη στα κόκκινα να έχει το βλέμμα της στραμμένο πάνω μου. Μένω να την κοιτώ αποσβολωμένος.

Δεν είναι ευδιάκριτη από τη θέση που βρίσκομαι η φυσιογνωμία της, όμως μου θυμίζει έντονα εκείνη. Ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου και βγαίνω ξανά στον δρόμο. Το οδόστρωμα τη φορά αυτή μου φαίνεται δυσκολοδιάβατο. Τα πόδια μου βαραίνουν και σχεδόν τα σέρνω για να υπακούσουν στην επιθυμία μου να κινηθώ προς την παλιά οικία.

Είμαι έξω από την καγκελόφραχτη μικρή αυλή, μπροστά από την αψιδωτή πόρτα, τα μάτια μου σαρώνουν τον χώρο, γεμίζουν από χρώματα, απολαμβάνω και τα αρώματα των φυτών που κρατάνε ακόμα, αλλά την κοπελιά με το άλικο φόρεμα δεν τη βλέπω.

Μια παρόρμηση της στιγμής με ωθεί να εισβάλλω στην ακατοίκητη μονοκατοικία. Προσπαθώ να παραβιάσω την εξώπορτα, είναι κλειδωμένη με λουκέτο. Παραξενεύομαι, έτοιμος είμαι να πηδήσω τα κάγκελα και να μπουκάρω, τρόπον τινά, μέσα.

Την ώρα που τα χέρια μου έχουν πιάσει τα κιγκλιδώματα και τα πόδια μου λυγάνε για να μου δώσουν ώθηση να σκαρφαλώσω, παρατηρώ πίσω από το στενό πέρασμα, εκεί όπου δυο πολυκαιρισμένες οικοδομές σχεδόν ενώνουν τα πληγιασμένα από τα παθήματα του χρόνου, ξεφτισμένα στους σοφάδες, κορμιά τους, δυο μάτια που λαμπυρίζουν να με κοιτούν, λίγο πάνω από το έδαφος. Αιφνιδιάζομαι όταν ακούγεται η υλακή από το μέρος τους.

Κρατάω αμυντική στάση για καλό και για κακό, αλλά έτσι απροειδοποίητα, όπως εμφανίστηκε κοντά μου, με ένα αλύχτισμα, το τετράποδο  ̶ ναι, ένα σκυλί είναι αυτό που έθεσε σε επιφυλακή τις αισθήσεις μου ̶  απομακρύνεται προς την αντίθετη από μένα κατεύθυνση. Μόλις που ακούω το κλαψούρισμά του την ώρα που χάνεται από τους οπτικούς μου φακούς. Η απρόσμενη και τόσο αναπάντεχη εμφάνισή του με παρακινεί να ακολουθήσω κι εγώ το ίδιο στενό δρομάκι, που λίγο πιο πάνω, στην ανωφέρειά του, πλαταίνει.

Μου κεντρίζει την προσοχή, στα αριστερά μου, στα φωτισμένα παράθυρα ενός ημιυπόγειου, το εργαστήρι αγιογραφίας. Οι εικόνες των αγίων με τρομάζουν, γιατί αισθάνομαι πως έχουν όλοι τους βλοσυρά τα βλέμματα και στραμμένα πάντα πάνω μου. Αποστρέφω το πρόσωπο και μόλις που αποφεύγω μια τρύπα που χάσκει ανοιχτή στα πόδια μου.

Η εταιρία που περνά οπτική ίνα έχει οργώσει τους δρόμους της πόλης και μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες απέμειναν χαρακωμένα τα στενά, και οι κεντρικές οδοί ανοιχτές πληγές, στην πόλη. Εγώ πάλι ακούω τη δική μου ανοιχτή πληγή, αυτή στο μέρος της θωρακικής μου κοιλότητας να χτυπά ασύστολα. Έχει και αυτή τις σκοτούρες της.

Πλέον δεν ξέρω που πηγαίνω, είμαι αποφασισμένος να χαθώ στα στενοσόκακα της περιοχής του Ξενία. Με οδηγεί η διαίσθησή μου και το αεράκι που μου χτυπά την πλάτη. Περνάω μπροστά από ένα μαγαζί που η είσοδός του λούζεται με φως από δυο φανάρια καρφωμένα ψηλά στον τοίχο, δεξιά και αριστερά της ορθάνοιχτης πόρτας, ρίχνω μια κλεφτή ματιά στο εσωτερικό του και παρατηρώ πως έχει αραδιασμένα στη σειρά μικρά τραπεζάκια και καρέκλες που μου μοιάζουν κάπως στενές.

Δε μπορώ να καταλάβω αν είναι χαρτοπαικτική λέσχη ή μπαράκι, αποφεύγω να κοιτάξω περισσότερο από την ανοιχτή πόρτα͘  στα δεξιά μου γέλια από μια παρέα με αναγκάζουν να χαμηλώσω τα μάτια και να εστιάσω στον δρόμο ευθεία μπροστά μου. Δε θέλω να συναντηθούν τα βλέμματά μας. Έχω κακό προαίσθημα.

Περνάω από το περίφημο μαγαζί του Λωτού, αναπολώ το παρελθόν, τι κι αν το έχω εμποτίσει με τεράστιες ποσότητες από μπύρες Amstel και ουίσκι Jonny Walker, που έπινα σαν νεροφίδα; Μια μικρή παρασπονδία σε έναν κόσμο ουτοπικό, συγχωρείται. Αν και… πάντα θα υπάρχει στη ζωή μου εκείνο το ψεγάδι.

Είναι κλειστό, αράχνες υφαίνουν την τζαμαρία και στο περβάζι, εκεί όπου μεθυσμένος ονειροπολούσα στην αγκαλιά της φίλης μου Φανής, βλέπω κάποιες πέτρες να έχουν ξεχαρβαλωθεί από τη θέση τους. Κάθομαι λιγάκι να ξαποστάσω στο τσιμεντένιο απομεινάρι αλαργινής δόξας, εκεί όπου φώλιαζε πικραμένη η καρδιά μου δίπλα σε μια άσπλαχνη ψυχή, και κοιτώ το απέναντι κτήριο με την όμορφη επικάλυψη από μπογιά λευκή και σε κάποια σημεία πρασινωπή. Ένα πικρόχολο χαμόγελο ζωγραφίζεται στα χείλη μου γιατί δε λησμονώ πως πράσινο είναι και το χρώμα της αποσάθρωσης και εγώ μέσα μου κυοφορώ σαπρόφυτα που απομυζούν ό,τι καλό υπάρχει ακόμα.

Με έναν βαθύ αναστεναγμό σηκώνομαι και με αργόσυρτο βήμα ακολουθώ τη λαβωμένη άσφαλτο, παίρνοντας την ανηφοριά. Έξω από τη λέσχη των αξιωματικών, δυο φανταράκια χασκογελούν, παραδίπλα ένας άλλος καπνίζει με τρόπο που κρύβει βαθύ σεκλέτι. Ποιος ξέρει τί του έχει φανεί και αυτού στον δρόμο του; Κανένας κακότυχος σαν και του λόγου μου θα είναι.

Σε μια επικλινή στροφή, χάνεται η ασφαλτόστρωση και παρατηρώ μικρά χαλίκια και λευκή σκόνη να καταλαμβάνουν το δρόμο. Η όμορφη πόλη μας με τι έντονες χιονοπτώσεις της αφήνει ανοιχτές πληγές όλο τον χρόνο. Ποιος ξέρει πόσο αλάτι ρίχτηκε τον Χειμώνα για την ομαλή προσέλευση; Αποδοτικό εκείνη τη στιγμή αλλά με τις διαβρωτικές του ιδιότητες καταστροφικό το επόμενο χρονικό διάστημα.

Βρίσκομαι στο αίθριο του βυζαντινού μουσείου. Τί όμορφο που δείχνει κάτω από το φεγγαρόφωτο! Μου αρέσει ο απαλός φωτισμός του. Να θυμηθώ με την πρώτη ευκαιρία να το επισκεφτώ. Όλο λέω πως θα το κάνω, έφτασα τα σαράντα και ακόμα δεν αξιώθηκα.

Το πάρκο απέναντι από το μουσείο με απογοητεύει. Θλιβερή η εικόνα του. Αναρωτιέμαι τί κάνουν οι αρμόδιοι. Γέρνουν οι θάμνοι καταρρακωμένοι από βάρος ασήκωτο, πέφτουν και οι ώμοι μου από τη θλίψη που με διαφεντεύει. Ένα νεαρό ζευγάρι εφήβων πετιέται πίσω από μια φυλλωσιά σαν πλησιάζω. Κοίτα να δεις που τους έκανα χαλάστρα. Τα χρυσοποίκιλτα μαλλιά της κοπέλας μου θυμίζουν εκείνη. Πάντα εκείνη!  Κοιτάζω αμήχανος, μια τα παιδιά που απομακρύνονται βιαστικά και μια το μεταλλικά κουτάκια μπύρας που κάποιοι ασυνείδητοι εγκατάλειψαν στο αφρόντιστο πάρκο. Πεταμένα σανίδια στην άκρη της πελούζας κοσμούν τον χώρο. Τι ωραία που παρακμάζει μια πόλη…

Ούτε που κατάλαβα πώς βρέθηκα μπροστά από το «Ξενία». Η εικόνα του είναι αποκρουστική. Τα τζάμια, εκείνα που τα πλαίσια τους είναι τοποθετημένα χαμηλά και δεξιά στην είσοδο, κάποιοι τα έχουν καλύψει με λαμαρίνες, ψηλά στη μαρκίζα βλέπω τα κεραμίδια να εξέχουν επικίνδυνα, ασύμμετρα, στοιχισμένα κατά μήκος, αρκετά από αυτά έτοιμα είναι να πέσουν. Αλίμονο αν κάποιος περαστικός βρεθεί από κάτω.

Το γείσο έχει γεμίσει υγρασία από τη διάβρωση και θέμα χρόνου είναι πιστεύω, αν και δεν είμαι ειδικός, να αρχίσουν να υπάρχουν προβλήματα. Πευκοβελόνες έχουν σκεπάσει τα σκαλιά δεξιά του κτηρίου, στην είσοδό του, όμως βλέπω κάτι που δεν μπορεί παρά να μου κεντρίσει την προσοχή.

Αραδιασμένοι στα σκαλιά, σαν σακιά σκόρπια, μια μικρή ομάδα νεαρών, τριαντάρηδες υπολογίζω, με μπύρες στα χέρια συζητούν μεγαλόφωνα. Τρεις άντρες είναι και δυο γυναίκες. Καπνίζουν σαν φουγάρα, όλοι τους. Μιλούν για μουσική, για συγκροτήματα που ούτε την ύπαρξη τους δε γνωρίζω.

«Ψυχεδέλεια αδερφέ, ψυχεδέλεια! Μιλάμε αφήνεσαι στη μουσική και χάνεσαι στους παλμούς των πλήκτρων. Ταλαντεύεσαι σε πολυκύμαντες, εξαίσιες εναλλαγές του ρυθμού και υπνωτίζεσαι στη μαγεία». Μπορώ να δω τον ομιλητή καθαρά. Είναι ένα συμπαθητικό παιδί με προγναθισμό, μακριά ξανθά μαλλιά και λίγα κιλά παραπάνω. Συμπαθητική φυσιογνωμία.

Το βλέμμα του κείνη την ώρα πέφτει πάνω μου.

«Για κόπιασε κοντά μας, φίλτατε. Θα χαρούμε πολύ να σε γνωρίσουμε».

Χαμογελάω και κουνάω στραβά το κεφάλι, σαν να λέω, γιατί όχι;

Αναδεύονται μεταξύ τους και σαν το κύμα δημιουργούν καινούργια αναδιάταξη στα σώματά τους. Μπορώ και εγώ τώρα να χωθώ ανάμεσά τους. Οσφραίνομαι έντονη τη μυρωδιά αλκοόλ και απλυσιάς.

Στο σύννεφο του καπνού, μπορώ να δω μια κοπέλα με καστανά, κοντά και σγουρά μαλλιά και όμορφα καστανά μάτια να μου προσφέρει το μπουκάλι με τη μπύρα της. Δεν το αρνούμαι, φευγαλέα μονάχα περνάει από το νου μου η νεανική μου αποστροφή, κάθε που έπινα από το στόμιο ίδιας φιάλης με τους φίλους μου, και ειδικά όταν πριν από μένα ακουμπούσε τα χείλη του στο μπουκάλι ο Χρόνης.

Με πιάνει σύγκρυο όταν περνάει από το νου μου η σκέψη πως μου καλαρέσει, τώρα τελευταία, η γεύση του ζύθου. Προμήνυμα είναι που εγώ αδιαφορώ και δεν το λαμβάνω σοβαρά υπόψη. Για να αποδιώξω την αρνητική ενέργεια που σαν πλημμυρίδα απειλεί να πνίξει και τις τελευταίες ικμάδες αισιοδοξίας μου, πίνω δυο μεγάλες ρουφηξιές από το μπουκάλι και επιστρέφω την μισοάδεια Amstel στην κοπέλα. Μου χαμογελά και βλέπω μια τέλεια οδοντοστοιχία.

Δεν προλαβαίνω να την ευχαριστήσω και η δεύτερη κοπέλα, καστανή και αυτή με τα μαλλιά δεμένα σε πλεξούδες, μου προσφέρει ένα πολύπαθο τσιγάρο, που από ότι έχω δει με λοξές ματιές, έχουν καπνίσει τουλάχιστον άλλοι δύο πριν από μένα. Στιγμιαία αμφιβάλλω αν κάνω σωστά, αλλά στο τέλος υποκύπτω στην προσφορά και κάνω μια ρουφηξιά και γω με τη σειρά μου.

Αισθάνομαι περίεργα. Κοιτώ ψηλά στον ουρανό, χάνομαι στην περιδίνηση των αιθέρων. Ένα πολλοστημόριο είμαι σε έναν κόσμο θαμπό, τόσο σκυθρωπό και ξεθωριασμένο. Μα κανένα αστέρι να μην εμφανίζεται, τώρα που το έχω ανάγκη, στον ουρανό ή ακόμα καλύτερα κάτω, εδώ στη γη; Στα αυτιά μου υπόκωφοι θόρυβοι καταφτάνουν. Αδύνατο είναι να τους ξεδιαλύνω. Σιγά σιγά αντιλαμβάνομαι από που προέρχονται. Ο νεαρός που μιλούσε νωρίτερα, απευθύνεται σε μένα.

«Και τώρα που σε μυήσαμε στην οικογένεια, έλα να μας πεις και συ τον πόνο σου. Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει από τα μέρη μας;»

Παρατηρώ με ενδιαφέρον πως όλοι κρέμονται από τα χείλη του. Ταράζομαι, είχα την αίσθηση πως είναι ο δοκησίσοφος της παρέας αλλά διαπιστώνω πως είναι ένας άντρας με έντονη προσωπικότητα και τρομερή διαίσθηση. Εκτός κι αν είναι τόσο εξόφθαλμο πως υποφέρω από ραβδίσματα σε μέρη που ευδιάκριτα γίνονται από μακριά.

Πέφτω και εγώ ανάσκελα και στον σωρό των παριών γίνομαι στέλεχος αδιαίρετο. Ξεροκαταπίνω, δυσκολεύομαι να αρθρώσω, οι λέξεις μπλέκονται μεταξύ ουρανίσκου και γλώσσας και εγώ τσακίζομαι μέχρι να βρω διαφυγή. Κομπιάζω πολύ μέχρι να ξεκινήσω αλλά μετά, σαν θαύμα να γίνηκε μέσα μου, όλα παίρνουν να αλλάζουν. Η παραζάλη μου λύνει τη γλώσσα και αυτά που από το στόμα μου βγαίνουν μπορεί να μην ανήκουν σε σκέψεις δικές μου αλλά σε μύχιες φοβίες που ποτέ δεν μπόρεσα να κατανικήσω. Τρέχουν, όμως, με καταιγιστικό τρόπο.

«Μ΄ έφερε σε σας η μαύρη μου η μοίρα, το κυνήγι των μαγισσών και των ανίκανων να ερωτευτούν ψυχών. Ακολούθησα το άλικο που μου φανερώθηκε σε οικεία παλιά, συθέμελα αποσαθρωμένη εσωτερικά και ανθοποίκιλτη επιφανειακά, και το πήρα από πίσω μέχρι που χάθηκε μπρος στα μάτια μου, και το έρεβος με μορφή τετράποδου τέρατος, με υλακή θρηνητική με οδήγησε ίσαμε εδώ πάνω».

»Στις σκοτεινές γωνιές της πόλης, είδα τα ίχνη της να μου αποκαλύπτονται από του χρόνου τις αλαργινές ανακλήσεις, και από της νοσταλγίας τις περίεργες αντιφεγγίσεις. Και εγώ ο δόλιος με τρεμάμενο βηματισμό τρέχω μήπως προλάβω και τη δω. Έχω τόσα να της πω…»

Όλα αυτά απνευστί ειπώθηκαν και άγνωστο ποιανού λογισμού τα πονήματα είναι. Εγώ όμως δεν ελέγχω το λόγο μου.

Τα μάτια του στη νυχτιά και στην ωχρότητα του μέρους όπου βρισκόμαστε, λαμπυρίζουν παράξενα. Κίτρινα μοιάζουν και απόκοσμα μου φαίνονται. Αναδεύομαι ανήσυχος. Τα λόγια του όμως με καθησυχάζουν.

«Στο περιθώριο της ζωής, στις παρυφές της ηθικής, κρύβονται τα διαμάντια. Για κάρβουνο τα είχανε και τα ρίχνανε στη φωτιά, μα με αυτά έκαμνε θαύμα ο δημιουργός, ο άγνωστος ο πλαστουργός, τη διαφορά να φέρουν. Ένα να ξέρεις, ανάμεσα στους πολλούς και μες τα φώτα τα δυνατά, η αλήθεια δε θα λάμψει».

Τα λόγια του μου θύμισαν τον Αναξαγόρα. Άλλο ένα φάντασμα, τώρα πια, του παρελθόντος. Πριν αποτολμήσω να πω κάτι. Χτυπάει τα δάχτυλα μεταξύ τους και λέει με φωνή ήρεμη αλλά τόσο επιτακτική. «Πάρτε παιδιά το ευεπίφορο αυτό πλάσμα και δείξτε του τον κόσμο τον αληθινό, αυτόν που γνωστός είναι στους λίγους, στους ξεχωριστούς, εκείνους που οι πολλοί έμαθαν ακόλαστους να αποκαλούν».

Σηκώνονται οι κοπέλες και με πιάνουν από τα δυο μου μπράτσα, σκοινοβατώ μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και κάποιοι μιαροί ολόγυρα καιροφυλακτούν. Βλέπω τις σκιές τους δίπλα από τα φανάρια της πόλης που αχνοφέγγουν. Με την άκρη του ματιού μου, πίσω από ένα πεύκο ψηλό και λυγερό, σαν να πήρε το μάτι μου και το πορφυρό μου όραμα. Κάνω να κατευθυνθώ προς το μέρος της μα με εμποδίζουν οι ερινύες, οι ενσαρκωμένες σε δυο όμορφες κυρίες.

Η πόρτα τρίζει, αναριγώ στον θόρυβο, ένα αεράκι μου χαϊδεύει τα μαλλιά, παρόλα αυτά μια αψιά, δυσωδία με υποδέχεται. Φέρνω ασυναίσθητα το χέρι στη μύτη αλλά αμέσως το απομακρύνω για να πιαστώ από τον ξεφτισμένο, μπογιατισμένο από τη φθορά, τοίχο. Στα πόδια μου πεσμένη είναι μια παλιά δρύινη πόρτα, μαραζώνει στο κατώφλι του πάλαι ποτέ φημισμένου ξενοδοχείου.

Αεροβατώντας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, περνάω από πάνω της. Τα κορίτσια εξακολουθούν να με συγκρατούν, όχι για πολύ ακόμα. Σπασμένα τζάμια βρίσκονται παντού διασκορπισμένα στο σανιδένιο δάπεδο. Ρίχνω μια ματιά από άκρη σε άκρη, αναζητώ κάπου εκεί, ανάμεσά τους, και τα θρυμματισμένα μου όνειρα.

Δοκάρια ταγγά μου φέρνουν μια οσμή ενοχλητική, οι τοίχοι έχουν βαφεί από την υγρασία, στο σχεδιάγραμμα που δημιουργούν ράγες βαθιές, χρωματισμένες με της διάβρωσης πινέλα, σαρώνουν το σοβά και συχνά τον κατακρημνίζουν στα πατώματα. Μια ομπρέλα είναι πεταμένη στη γωνιά του λόμπι, ένα γραφείο ρημαγμένο, δίχως συρτάρια, με το ένα του ποδαρικό τσακισμένο, λοξοδρομεί προς το μακάβριό του τέλος. Γέρνω και εγώ, μονάχος μου τώρα πια, προς τον μακρόστενο διάδρομο. Πόρτες απογυμνωμένες από τα κουφώματα, αφήνουν τους χώρους ελεύθερους για θέαση.

Κεριά ανάβουν στην πρώτη πόρτα δεξιά μου. Ένα ζευγαράκι ερωτοτροπεί, δίπλα τους μια κοπέλα φλερτάρει με τα όνειρά της καπνίζοντας ένα τσιγάρο που την ίδια μυρωδιά έχει με κείνο που κάπνισα κι εγώ νωρίτερα.

Προχωρώ στον σκοτεινό διάδρομο και εξερευνώ διαδοχικά τα δωμάτια, καμιά φορά κάνω μια ολόκληρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό μου, γιατί μου δόθηκε η αδιόρατη αίσθηση πως κάποιος με έχει πάρει στο κατόπι, κάποιος που εγώ αδυνατώ να εντοπίσω. Κι αφού αποτυγχάνω να δω κάποιον, το ξέπνοο αεράκι που διαχέεται στο χώρο με συνεφέρνει λιγάκι και με ωθεί να συνεχίσω να ανακαλύπτω τον κόσμο.

Σε έναν καναπέ της κακιάς ώρας, κορμιά διψασμένα για σαρκικές απολαύσεις ιδροκοπούν, λάμπει η γυμνή τους σάρκα στο θαμπό φως που περιορισμένο έρχεται έξω από τα σπασμένα παράθυρα. Αφήνω τα νιάτα να δρέψουν τους καρπούς του έρωτα και εγώ ο αποστερημένος συνεχίζω στον διάδρομο.

Περνώ πάνω από το τελευταίο εμπόδιο, ένα ανθρώπινο σώμα που στέκει σε εμβρυακή στάση, πεσμένο στο πάτωμα μου κόβει το δρόμο αλλά το παρακάμπτω για να φτάσω στις δυο τελευταίες πόρτες. Στα δεξιά, στον χώρο που βρίσκεται από τη μεριά του αλσύλλιου και που στολίζει την πόλη με πεύκα, έρχεται έντονη η οσμή της κλεισούρας και των μουσκεμένων από το ίδρος κορμιών, αποφασίζω να κινήσω για κει.

Στην είσοδο, πίσω από  μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα, ίσα που στηρίζεται σε έναν μεντεσέ, βλέπω μια μεγάλη ομάδα νεαρών ατόμων, ένα ανθρώπινο κουβάρι, είναι ξαπλωμένοι, μάλλον αραδιασμένοι σαν σακιά, στο σαρακοφαγωμένο δάπεδο. Μου φαίνονται αποχαυνωμένοι, παγιδευμένοι στις δίνες ενός κόσμου επίπλαστου, βιώνουν την εικονική ευφορία, έχοντας για σύντροφο και συνοδοιπόρο τον θάνατο που καιροφυλακτεί και περιμένει την κατάλληλη ώρα να χτυπήσει.

Αποστρέφω κατατρομαγμένος το κεφάλι, αφήνω πίσω μου τα διάτρητα μπράτσα και τις αδειανές ψυχές που με όνειρα απατηλά αναπληρώνουν το κενό και γυρνώ προς την άλλη μεριά. Εδώ η πόρτα, όπως σχεδόν όλες, έχει χαθεί, αφανίστηκε κι αυτή από την αποσύνθεση του κτηρίου. Αποφορά έντονη καταφτάνει στα ρουθούνια μου, εμέσματα και ανθρώπινα περιττώματα διάσπαρτα ριπίζουν με αηδία το δωμάτιο. Ούτε το αεράκι που εισέρχεται από τα κενά στα κουφώματα του τοίχου, εκεί όπου κάποτε υπήρχαν τρία παράθυρα, βοηθάει να βελτιωθεί η κατάσταση.

Η οσμή είναι ανυπόφορη. Το στομάχι μου ανακατεύεται. Παρόλα αυτά τολμώ να σκύψω μέσα και να κοιτάξω από λίγο πιο κοντά. Είναι ολοφάνερο πως εδώ ανακουφίζουν τις σωματικές τους ανάγκες οι παρίες που έτσι αιφνιδίως γνώρισα στη νυχτερινή μου αυτή περιπέτεια.

Από το σημείο που βρίσκομαι έχω τη δυνατότητα να βλέπω απέναντι, στο βυζαντινό μουσείο. Εστιάζω και πάλι, όπως και νωρίτερα, στο μεγάλο πεύκο, εκεί όπου την είχα δει στολισμένη στα κόκκινα. Στέκει ξανά δίπλα από τον κορμό του δέντρου, ολόρθη και σκυθρωπή, να με κοιτάζει με ύφος λυπημένο.

Βλεφαρίζω τα μάτια για να αποδιώξω τις αυταπάτες, μα ακόμα παραμένει εκεί. Το περίγραμμα του προσώπου της μέσα στην αχλή μοιάζει στιλπνό, τα χαρακτηριστικά της πελιδνά, όμοια φαντάζει με οπτασία, ένα πλάσμα που ακατόρθωτο είναι να πλησιάσω. Αποκύημα του μιαρού μου μυαλού. Αν και είμαι πεπεισμένος πως γεννοβόλημα είναι του διασαλευμένου μου νου, αποφασίζω να ελέγξω.

Με όση δύναμη διαθέτω αρχινάω να τρέχω, στη βιάση μου και στο ημίφως ξεχνώ τον πεσμένο στον διάδρομο άντρα, σκοντάφτω πάνω του και, ευτυχώς για κείνον, κάνω μια μεγαλοπρεπή βουτιά και σκάω μακρύτερα από το περίγραμμα του σώματός του. Βέβαια αλώβητος δεν βγαίνω, έχω χτυπήσει το δεξί μου χέρι στον αγκώνα, αλλά και πάλι μικρό το κακό.

Το ομιχλώδες τοπίο που συναντώ όταν βγαίνω έξω από το κατεστραμμένο κτήριο, θυμίζει έντονα φθινόπωρο(όμορφη μου Καστοριά με τις καιρικές σου μεταπτώσεις!), η λούμπεν παρέα παραμένει στη θέση της. Ο ηγέτης της ο μακρυμάλλης, έτσι που με βλέπει αγχωμένο, μου λέει με ύφος απαθές:

«Μην κυνηγάς χίμαιρες, φίλε μου, γιατί μια μέρα θα κινδυνεύσεις να τις βρεις».

Ανακόπτω ταχύτητα, τα λόγια του μου μαστιγώνουν το ηθικό. Περπατώ αργά, κρύος ιδρώτας με λούζει, είμαι κοντά στο δέντρο. Συναντώ μόνο ρετσίνι στο φολιδωτό του κορμό. Απογοητεύομαι, οι ώμοι μου κρεμούν, τα μάτια μου κλείνουν. Ξεφυσάω, δεν έχει απομείνει μέσα μου η παραμικρή ικμάδα. Κοιτά τη ρητίνη στο πεύκο. Τα δάκρυά του μεταδίδονται και στα δικά μου.

Έτοιμος είμαι να κυλιστώ στο έδαφος, να τρυπηθώ με χίλιες πευκοβελόνες, μήπως και ο πόνος που νιώθω μέσα στο στήθος περάσει σε δεύτερη μοίρα, πρόσκαιρα έστω να καταλαγιάσει και αισθανθώ κάπως καλύτερα. Έτοιμος είμαι να τα παρατήσω, να στρέψω αντίθετα και να πάρω το δρόμο της επιστροφής, όπως πάντα ηττημένος. Τυχαία το βλέμμα μου πέφτει στη ρίζα του δέντρου, προσέχω ένα ύφασμα πεσμένο, κόκκινο είναι και μοιάζει όμοιο με εκείνο του οράματος που έχω την αίσθηση πως με παρακολουθεί.

Αναπτερώνεται το ηθικό μου, γεμάτος αποφασιστικότητα κινώ το μονοπάτι το χωμάτινο, το αραχνοΰφαντο με πέπλο δέντρινο, κάπου κάπου γλιστρώ, ούτε στιγμή δε λοξοδρομώ. Βαδίζω σκαλιά τσιμεντένια και περνώ κτήρια βλογιοκομμένα από αέρηδες και κακουχίες, λάμπες θαμπές φεγγίζουν το διάβα μου, ένας φανοστάτης απόκαμε ο καημένος με την αδιαφορία και έγειρε το ταλαιπωρημένο του κορμί, στηρίζεται σε δυο βίδες λοξές και σκουριασμένες από την πολυκαιρία, κατεβαίνω στο πέτρινο οδόστρωμα, σε μια όμορφη γειτονιά, το τοπίο αλλάζει, μου αρέσει εδώ.

Σ’ ένα ξέφωτο είναι παρκαρισμένα πέντε αυτοκίνητα. Τα προσπερνάω και ακολουθώ τα σκαλιά, φτάνω στον μεταβυζαντινό ναό του αγίου… προσπαθώ να διαβάσω την επιγραφή που κάποιοι έχουν τοποθετήσει μπροστά από τον ναό. Τα γράμματα με περιγελούν, χοροπηδούν και τριγυρίζουν πέρα δώθε.

Μονάχα το Α το κεφαλαίο πασχίζει να μείνει σταθερό. Ακατόρθωτο είναι να διαβάσω. Σκέφτομαι να ακολουθήσω τα σκαλιά, να φτάσω κάτω στην Αγίου Αθανασίου, το περβάζι είναι γεμάτο από θαμνοειδή που, ζαλισμένος καθώς είμαι, θαρρώ πως έρπουν και καταπίνουν πέτρες πλακωτές και φρυγμένες, αλλά και το τσιμέντο που υποθέτω πως μεταγενέστερα προσθέσανε για να σταθεροποιήσουν την κατασκευή.

Τα πόδια μου δε με κρατούν. Τι σκατά είχε μέσα αυτό το τσιγάρο; Αναρωτιέμαι φωναχτά και παίρνω τον δρόμο του γυρισμού. Δεξιά και αριστερά των σκαλιών, ξεπηδούν σαν στοιχειά αγκαθωτοί θάμνοι που απλώνουν τα πλοκάμια τους να με αρπάξουν. Με δυσκολία ανεβαίνω και φτάνω στην εκκλησία.

Ένα σμήνος από νυχτερίδες παρουσιάζεται μπροστά μου, τρέμω από τον φόβο μου. Μου επιτίθενται, πετούν γύρω μου, πάνω από το κεφάλι μου, απειλούν να χιμήξουν στα μάτια μου. Ζαλίζομαι, κοντεύω να τρελαθώ. Χάνομαι!

Πόσο παράξενος είναι ο κόσμος; Η γη σαν δίνη περιστρέφεται κάτω από τα πόδια μου, και ο ουρανός στρόβιλος με σπειροειδείς αλλεπάλληλες γυροβολιές με αναγκάζει να προσπαθήσω από κάπου να κρατηθώ. Από πού όμως; Δε γίνεται τίποτα, νιώθω το σώμα μου ασήκωτο, το βάρος μου με παρασύρει, παραπαίοντας πέφτω ξερός στο έδαφος.

Δε γνωρίζω πόση ώρα πέρασε, το μόνο που θυμάμαι από λίγο πριν λιποθυμήσω, είναι η οπτασία, αυτή που με εξανάγκασε σ΄ αυτήν την περιήγηση, να εμφανίζεται απότομα μπροστά μου και να μου λέει ψιθυριστά στο αυτί:

«Σσς Σώτο, ησύχασε, τώρα είμαι εγώ εδώ».

Κλείνω τα μάτια πιο ήρεμος από ποτέ. Τι ωραία!; Τώρα ξέρω πως εκείνη είναι δίπλα μου. Πάντα δίπλα μου. Και ας μην μου το δείχνει.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;