Κεφάλαιο 2:Δείξε μου τον ήλιο στο σκοτάδι

 

Ένιωθε το σώμα της ελαφρύ σαν πούπουλο και ένα παράξενο λευκό χρώμα κάλυπτε το δωμάτιο της. Για μια στιγμή νόμιζε πως είχε πεθάνει και ήταν στον παράδεισο αφού επικρατούσε απίστευτη ησυχία γύρω της. Κανένας ήχος δεν ακούγονταν από πουθενά, μπορούσε να ακούσει την ανάσα της μόνο και τίποτα άλλο.    Μια μύγα περπατούσε αργά πάνω στο ξεθωριασμένο από τον χρόνο ταβάνι της και το τελευταίο που θυμόνταν ήταν πως το προηγούμενο βράδυ είχε αποφασίσει να πάει να αυτοκτονήσει, να γλιτώσει από όλα όσα την βασάνιζαν και τώρα βλέποντας το λευκό φως παντού γύρω της και την ηρεμία σκέφτηκε πως έκανε το σωστό. Πως είχε πέσει από την γέφυρα και βρίσκονταν ήδη στον Παράδεισο.

Ένα αχνό χαμόγελο ευτυχίας σχηματίστηκε στα χείλη της που όμως δεν κράτησε και πολύ. Οι φωνές του αδερφού της από την κουζίνα που χτυπούσε τα χέρια του στο τραπέζι, ακούγονταν δυνατά. Προσπάθησε να μην δώσει σημασία διώχνοντας από το μυαλό της καθετί από το παρελθόν, αλλά γρήγορα επέστρεψε στην σκληρή πραγματικότητα.

Τα όνειρα δεν κρατούν για πάντα, είναι στιγμιαία, μια φευγαλέα εικόνα που σου δίνει δύναμη για όσο κρατάει μια ανάσα, ύστερα θα πρέπει να σηκώσεις τα μανίκια και να έρθεις αντιμέτωπος με την ωμή πραγματικότητα που καραδοκεί σαν τον ληστή έξω από την πόρτα σου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Πεινάω! Mε ακούει κανείς σε αυτό το μπουρδέλο που θέλει να λέγεται σπίτι;», φώναζε ο αδερφός της χτυπώντας δυνατά τα ντουλάπια της κουζίνας.

Η Λένα σηκώθηκε από τον καναπέ στον σαλόνι που τα τελευταία 10 χρόνια είχε γίνει το μόνιμο υπνοδωμάτιό της αφού η μονοκατοικία των 54τ.μ δεν τους χωρούσε όλους και εκείνη, ως μεγαλύτερη, άφησε το δωμάτιο στα αδέρφια της. Μια μικρή κουζίνα που με δυσκολία χωρούσε 3 άτομα μέσα και μια μικρή αποθήκη που έγινε κρεβατοκάμαρα των γονιών της. Στην αυλή υπήρχε η τουαλέτα που ήταν χρόνια εκεί από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες και τα οικονομικά τους δεν έφταναν ποτέ για να φτιάξουν κάτι παραπάνω για το σπίτι. Μέσα σε αυτά τα λίγα τετραγωνικά όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να στριμώξει την ζωή της και ,κυρίως, τα όνειρά της.

Ο μικρότερος της αδελφός ξύπνησε πάλι με νεύρα και έψαχνε κάτι να φάει ή έστω να πιει έναν καφέ για να ανοίξει το μάτι του από το χθεσινό ξενύχτι με τους φίλους του. Ο Γιώργος στα 18 του χρόνια κατάφερε με δυσκολία να πάρει το απολυτήριο του από το ΕΠΑΛ. Πάντα ήθελε να κάνει βόλτες με τους φίλους του σε καφέ και μπαρ και να επιδεικνύει τα ακριβά του ρούχα, που με δυσκολία κατάφερνε να του αγοράσει η μητέρα του η Μαρία με την ελάχιστη σύνταξη που έπαιρνε, αφού μετά το δημοψήφισμα του 2015 τα πάντα είχαν πάρει την κατιούσα και κάθε μέρα η σύνταξη γίνονταν όλο και πιο μικρή και οι ανάγκες του σπιτιού όλο και πιο μεγάλες.

Η Λένα ήθελε να αποφύγει πάλι έναν καυγά μαζί του, από αυτούς που το τελευταίο διάστημα γίνονταν έντονοι και δεν οδηγούσαν πουθενά. Βρισιές και σπρωξιές μεταξύ των δύο αδερφών και η μάνα σε ρόλο πυροσβέστη να προσπαθεί να σβήσει τις φωτιές για να μην καεί το σπιτικό τους. Ξυπόλυτη και με τα μαλλιά ανακατεμένα σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα έτοιμη για καυγά, αφού τα λόγια με τον αδερφό της δεν έπιαναν τόπο. Εκείνος έχοντας βγάλει όλο τον θυμό του στα ντουλάπια και τα έπιπλα της κουζίνας καθόταν στην μισο-χαλασμένη καρέκλα με τα χέρια στο πρόσωπο του και τα πόδια του να πηγαίνουν πάνω κάτω από τον θυμό σαν ηλεκτρικό τρυπάνι.

Μόλις την άκουσε να μπαίνει στην κουζίνα της έριξε μια άγρια ματιά και, περνώντας από δίπλα της, την έσπρωξε δυνατά στον τοίχο. Η Λένα ήθελε να τον βρίσει αλλά κρατήθηκε για να μη δημιουργήσει πρόβλημα στην μάνα της που δεν άντεχε τους καυγάδες. Τον είδε να φοράει τη βερμούδα του και να ψάχνει να βρει μια καθαρή μπλούζα να φορέσει μονολογώντας πως στο μπουρδέλο που ζει κανείς δεν βάζει ούτε ένα πλυντήριο. Κοπάνισε δυνατά την εξώπορτα και έφυγε από το σπίτι αφήνοντας τη Λένα και τη μάνα της να κοιτιούνται μεταξύ τους μη ξέροντας τι άλλο να κάνουν. «Κάνε υπομονή κορίτσι μου, μην του δίνεις σημασία έχει και αυτός τα δικά του προβλήματα. Σεκλετισμένο είναι και αυτό το δόλιο», είπε η Μαρία και κουτσαίνοντας κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας πιάνοντας το κεφάλι της.

Μη έχοντας άλλη δύναμη η Λένα πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο παγωμένο νερό στο πρόσωπο της να συνέλθει. Ο Αύγουστος είχε μπει φουριόζος και το θερμόμετρο χτυπούσε κόκκινο από το πρωί. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέπτη και για μια στιγμή της φάνηκε πως είδε δίπλα της τον Μάκη να της χαμογελά… «Πάει, τρελάθηκα» μονολόγησε καθώς σκούπιζε με την πετσέτα τα νερά από το πρόσωπό της.

Το φως που έμπαινε από τις γρίλιες έπεφτε στα μάτια του και τον έκανε να νευριάσει. Προσπάθησε να δει την ώρα από το ρολόι που βρίσκονταν δίπλα στο κομοδίνο, αλλά τα μάτια δεν υπάκουαν στις εντολές του. Το κεφάλι του πονούσε πολύ και ο ήχος από την ηλεκτρική σκούπα που έβαζε η κυρία Μερόπη από δίπλα επιδείνωνε την κατάσταση. Έπιασε το κεφάλι με τα χέρια του και ξεφύσησε δυνατά βγάζοντας στο τέλος μια δυνατή κραυγή. Το σώμα του το ένιωθε βαρύ σαν πέτρα, είχε σωριαστεί το πρωί στο κρεβάτι με τα ρούχα και βυθίστηκε αμέσως σε λήθαργο.

Ξυπόλυτος και πιάνοντας το κεφάλι του κατευθύνθηκε προς την κουζίνα ψάχνοντας στα ντουλάπια για ασπιρίνες. Πήρε δύο μαζί και στην συνέχεια σέρνοντας τα πόδια του πήγε να ρίξει παγωμένο νερό στο πρόσωπο του. Άνοιξε τέρμα την βρύση, γέμισε την χούφτα του με μπόλικο παγωμένο νερό και το έριξε με δύναμη δύο φορές πάνω του. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και είδε το νερό να κυλά από το αδύνατο πρόσωπο του και να φτάνει στο στήθος του που πριν λίγους μήνες ήταν γυμνασμένο και δυνατό. Δεν άντεχε να κοιτά άλλο το είδωλο του στον καθρέφτη που πλέον δεν του θύμιζε καθόλου τον παλιό εαυτό του με το καλογυμνασμένο σώμα.

Στην κουζίνα με μηχανικές κινήσεις πέταξε την κάψουλα του καφέ στην καφετιέρα, πάτησε το κουμπί και περίμενε λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να ετοιμαστεί. Η κυρία Μερόπη από δίπλα εξακολουθούσε να σέρνει την ηλεκτρική σκούπα πέρα δώθε στο πάτωμα με μανία λες και έψαχνε να ξετρυπώσει την σκόνη κάτω από τα πλακάκια.

Με τον καφέ στο χέρι επέστρεψε πάλι στο υπνοδωμάτιο του. Ρούχα πεταμένα παντού, σεντόνια να κυλιούνται στο πάτωμα, μπουκάλια μπύρας σκόρπια μέσα στο χώρο και κάποια ξεχασμένα κουτιά με πίτσα πεταμένα λίγο πιο μακριά από το κρεβάτι. Έβγαλε και πέταξε το πουκάμισο του στο πάτωμα και άναψε γρήγορα το air condition στους 20 βαθμούς. Δεν άντεχε την ζέστη άλλο και του δημιουργούσε ακόμα πιο έντονο πονοκέφαλο, οι ασπιρίνες δεν τον είχαν βοηθήσει και πολύ.

Το βράδυ ο Μάκης την περίμενε καθιστός στην γέφυρα με τις μπύρες δίπλα του. Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του και ένιωσε κάτι να καίει μέσα του χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει. Χάρηκε που την είδε, χάρηκε και εκείνη που τον άκουσε και δεν έκανε κακό στον εαυτό της. Εκείνη πάντα όμορφη, αλλά με την μόνιμη θλίψη στα μάτια της που την έκαναν να φαίνεται όμως ακόμα πιο γοητευτική, έκατσε δίπλα του ξεφυσώντας δυνατά είπε «Δεν ξέρω γιατί σε άκουσα χθες το βράδυ. Σήμερα το πρωί νόμιζα πως ήμουν στον Παράδεισο και ξαφνικά βρέθηκα στην ίδια πάλι κόλαση».

Ο Μάκης της άπλωσε την μπύρα και την παρακάλεσε να ηρεμήσει κοιτώντας για λίγο μπροστά της τα αυτοκίνητα και μετά τον νυχτερινό ουρανό. Η Λένα δεν μπορούσε να του αντισταθεί, κάθε φορά που της μιλούσε ένιωθε μια περίεργη έλξη για αυτόν τον άντρα που τον γνώρισε ξαφνικά το προηγούμενο βράδυ.

Μόλις ένιωσε έτοιμη και αφού τον προειδοποίησε πως όσα είχε να του πει ήταν βαριά και μπορεί να μην τα άντεχε, ξεκίνησε να του λέει την δική της ιστορία. Πίνοντας μπύρα ξεκίνησε από την παιδική της ηλικία που ο πατέρας της ήταν πάντα με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι και δεν στέριωνε σε καμία δουλειά για πάνω από ένα χρόνο χωρίς να τον διώξουν. Το αλκοόλ ήταν πλέον σε μεγαλύτερη ποσότητα στο αίμα του και τον έκανε ότι ήθελε. Τα βράδια η Λένα πάντα κοιμόταν με τον φόβο μην ανοίξει την πόρτα και αρχίσει να την χτυπάει. Κάποιες φορές μάλιστα ο φόβος έπαιρνε σάρκα και οστά όταν χωρίς λόγο τους ξύπνησε όλους στις 2:00 τα χαράματα, τους έβαζε στην σειρά και άρχισε να τους χαστουκίζει και να τους κλοτσά.

Τα κλάματα και οι φωνές δεν τον σταματούσαν, εκείνη την στιγμή μιλούσε το αλκοόλ στο θολωμένο του μυαλό.  Τα επόμενα χρόνια δεν κύλησαν καλύτερα, φτώχεια, πείνα και κακοποίηση σε καθημερινή βάση. Κάθε λίγο είτε θα τους έκοβαν το ρεύμα, είτε το νερό, είτε το ψυγείο τους θα ήταν άδειο. Η μάνα της προσπαθούσε να στηρίξει το σπιτικό της πριν πέσει όλο και τους πλακώσει. Δεν τα κατάφερε όμως. Τα συντρίμμια έπεσαν ξαφνικά και τους πλάκωσαν. Ο μεσαίος της αδερφός, ο Κώστας έμπλεξε με τα ναρκωτικά από τα 15 του χρόνια και κάθε χρόνο η κατάσταση του χειροτέρευε, μάνα και αδερφή έτρεχαν την νύχτα στο κέντρο της Αθήνας να τον μαζέψουν. Ο Γιώργος, ο μικρότερος έμενε μόνος του με τον πατέρα στο σπίτι και τον χτυπούσε με την ζώνη νομίζοντας πως ήταν εκείνος που έπαιρνε ναρκωτικά.

Οι πληγές στην πλάτη του Γιώργου έκλεισαν με τα χρόνια, μα στην ψυχή του έμειναν για πάντα ανοιχτές. Στο σχολείο πάντα πήγαινε φοβισμένος και αδιάβαστος. Πάντα τον έντυνε η μάνα του με μακριά ρούχα για να καλύψει τα σημάδια από το κορμί του και να μην δώσει στόχο σε δασκάλους και καθηγητές να πουν πως δεν μπορεί να φροντίσει την οικογένεια της. Μεγαλώνοντας ο Γιώργος άλλαξε, το φοβισμένο που ήταν κάποτε παιδί δεν υπήρχε πουθενά, το είχε θάψει βαθιά μέσα του. Έγινε το ίδιο βίαιος με τον πατέρα του και χτυπούσε την αδερφή και την μάνα του. Στις τελευταίες τάξεις συνέχεια οι καθηγητές τον έδιωχναν επειδή χτυπούσε τα άλλα παιδιά στο διάλειμμα και τα απογεύματα λήστευε τα μικρότερα παιδιά και τους ηλικιωμένος στην πλατεία όπου σύχναζε με την παρέα του.

Τα προβλήματα για την Λένα όμως δεν τελείωσαν εκεί. Ήπιε και άλλο λίγο από την μπύρα της και συνέχισε να λέει για το ατύχημα της μητέρας της πριν από τρία χρόνια που της κατέστρεψε τα πόδια. Ένα βράδυ που έψαχνε τον Κώστα στα στενά σοκάκια της Αθήνας ένας οδηγός που έτρεχε την παρέσυρε με το αυτοκίνητο του και την άφησε αβοήθητη στην άσφαλτο. Μία πόρνη που σύχναζε πιο πάνω και έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά έτρεξε αμέσως να την βοηθήσει και κάλεσε το ασθενοφόρο. Η Μαρία σώθηκε, αλλά τα πόδια της και η μέση της έπαθαν σοβαρή ζημιά. Για μήνες μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία, αλλά οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι παραπάνω. Κούτσαινε, ειδικά από το δεξί της πόδι πιο πολύ και η μέση της με την παραμικρή κίνηση την καθήλωνε στο κρεβάτι για μέρες. Λεφτά για φυσικοθεραπείες δεν υπήρχαν και η λιγοστή σύνταξη που έπαιρνε έφευγε όλη στις ανάγκες του σπιτιού.

Ο Μάκης την άκουγε αποσβολωμένος, νόμιζε πως άκουγε απλά ένα σενάριο μιας ταινίας της δεκαετίας του 60 ή του 70. «Και να ήταν μόνο αυτά;», είπε η Λένα που είχε πάρει φόρα και δεν την σταματούσε τίποτα πια. Ήθελε να τα βγάλει όλα από μέσα της, να ξελαφρώσει, να διώξει από πάνω της έστω και για λίγο αυτό το φορτίο που την βάραινε τόσα χρόνια.

Μόλις είδε πως το μπουκάλι της τελείωνε άνοιξε γρήγορα το δεύτερο και της το πρόσφερε κάνοντας της νόημα να συνεχίσει. Εκείνη ήπιε μια ακόμα γερή γουλιά, ξεφύσησε και συνέχισε λέγοντας τώρα τα δικά της προβλήματα που ξεκίνησαν από την δουλειά της όταν δούλευε από τα 18 της χρόνια σε ένα μαγαζί με μεταποιήσεις ρούχων. Ανέκαθεν τις άρεσε να ράβει, να πλέκει και γενικότερα να δημιουργεί. Πάντα θυμόταν τον εαυτό της να κάθεται πλάι στην γιαγιά της, πριν ξεσπάσουν τα προβλήματα όλα μαζί και να την μαθαίνει να πλέκει και να ράβει. Με τον καιρό η Λένα έμαθε μόνη της και την ραπτομηχανή και όταν τελείωσε το σχολείο βγήκε για αναζήτηση εργασίας. Χτύπησε πόρτες, έστειλε βιογραφικά, έτρεχε κάθε μέρα σε συνεντεύξεις, αλλά ποτέ δεν την έπαιρναν. Δεν την ένοιαζε το είδος της δουλειάς, ούτε η κούραση, αρκεί να έβρισκε κάτι να κάνει. Λίγο το μικρό της ηλικίας, λίγο η προϋπηρεσία που δεν υπήρχε και οι πόρτες έκλειναν η μία μετά την άλλη. Δεν το έβαλε όμως κάτω, δεν ήταν από τις κοπέλες που τα παρατούσαν, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της και κυρίως στην μητέρα τους πως θα τους βοηθούσε η ίδια. Ξεκίνησε σαν σερβιτόρα σε μια καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας, στην συνέχεια έφτιαχνε καφέδες και κρέπες σε μια κρεπερί σε ένα 24ωρο μαγαζί στην Νέα Φιλαδέλφεια και τέλος καθάριζε σπίτια μαζί με την μητέρα μιας φίλης. Όταν όμως ξέσπασε η κρίση έμεινε άνεργη και όσες πόρτες και να χτυπούσε καμία δεν άνοιγε.

Κάποια στιγμή βρήκε μια δουλειά στα Κάτω Πατήσια στο μαγαζί της Ειρήνης που έκανε μεταποιήσεις ρούχων. Ένα μικρό μαγαζί 50τμ κοντά στον ηλεκτρικό που η ιδιοκτήτρια το είχε παραλάβει από την μάνα της και οι πελάτες την εμπιστεύονταν αφού ήταν τόσα χρόνια στην γειτονιά. Η Ειρήνη ήταν μια παχουλή πενηντάρα με κοντό μαύρο μαλλί, που της έκανε την ζωή δύσκολη. Όλο φωνές και παρατηρήσεις και πάντα την κρατούσε παραπάνω ώρες στην δουλειά χωρίς να την πληρώνει. Η Λένα όμως έσφιγγε τα δόντια και συνέχιζε να προσπαθεί για το καλύτερο, τα είχε ανάγκη τα λεφτά που έπαιρνε για να μπορεί να βοηθάει στις ανάγκες του σπιτιού.

Τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν η Λένα και ο Στέλιος, ο γιος της Ειρήνης άρχισαν να έρχονται πιο κοντά. Η Ειρήνη δεν έβλεπε αυτή την σχέση με καλό μάτι και είχε βάλει στόχο να τους χωρίσει. Στην αρχή έβαζε την Λένα να δουλεύει παραπάνω ώρες για να μην έχει χρόνο να βγαίνει με τον μοναχογιό της που ήθελε να ασχοληθεί με το Πανεπιστήμιο του. Στην συνέχεια σε κάθε ευκαιρία έβαζε λόγια για την Λένα στον Στέλιο. «Που πας και μπλέκει με δαύτην; Ο πατέρας της μπεκρής και ο αδερφός της ναρκομανής. Ω Θεέ μου που πας και μπλέκεις; Τι μπελά έβαλα στο μαγαζί μου η δόλια;», φώναζε και χτυπιόταν συνέχεια, αλλά ο Στέλιος την αγαπούσε και δεν άκουγε κανέναν.

Ένα απόγευμα που τελείωσε την βάρδια της ήρθε ο Στέλιος από το μαγαζί με την μηχανή του να την πάρει για καφέ στην Πλατεία Αγίας Ειρήνης στο κέντρο της Αθήνας. Η Ειρήνη μόλις τον είδε να μπαίνει από την πόρτα άρχισε να ψάχνει παντού το χρυσό της σταυρουδάκι, δώρο της πεθεράς της για τον γάμο. Όλοι μαζί άρχισαν να ψάχνουν μέσα στο μαγαζί, αφού η Ειρήνη άρχισε τα κλάματα και τις φωνές. Έπαιζε μάλιστα τόσο καλά τον ρόλο της που είχε κοκκινίσει στο πρόσωπο και ανέβασε και πίεση.

«Ηρέμησε μάνα θα το βρούμε, μην κάνεις έτσι κάπου εδώ θα είναι», έλεγε ο Στέλιος για να την καθησυχάσει, αλλά εκείνη τίποτα. «Μα το είχα αφήσει εδώ, πάνω στο τραπέζι για μια στιγμή μόνο», έλεγε και χτυπιόταν. Κάποια στιγμή αφού είχαν αναποδογυρίσει όλο το μαγαζί και το χρυσό σταυρουδάκι δεν είχε βρεθεί η Λένα πήρε την ζακέτα της για να φύγει και η Ειρήνη πρόσεξε πως από την τσέπη της κρεμόταν το χρυσό της σταυρουδάκι. «Παλιοθήλυκο που σε έβαλα στο μαγαζί μου και με κλέβεις», άρχισε να φωνάζει και της αρπάζει την ζακέτα από τα χέρια. Το σταυρουδάκι το είχε βάλει πριν από λίγο η ίδια στην τσέπη της Λένας όταν εκείνη είχε πάει στην τουαλέτα. Το είχε τοποθετήσει μισό στην τσέπη και μισό να κρέμεται έξω για να φανεί και το σχέδιο της είχε επιτυχία.

Η Λένα είχε κοκκινίσει. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη και κρύος ιδρώτας άρχισε να την λούζει. Αυτό όμως που την έκανε να νιώσει ακόμα πιο χάλια ήταν το βλέμμα του Στέλιου που κάθονταν δίπλα στην μάνα του κρατώντας την από το χέρι για να ηρεμήσει. «Εγώ δεν…», προσπάθησε να πει κάτι, αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα της. «Φύγε και μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ, μ ακούς;», φώναξε δυνατά η Ειρήνη φτύνοντας κάτω και η Λένα έφυγε τρέχοντας από το μαγαζί με τα δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπο της. Από τότε ο Στέλιος δεν επικοινώνησε μαζί της, παρά τα συνεχόμενα τηλέφωνα και μηνύματα που του έστελνε η Λένα και αν ποτέ την έβλεπε τυχαία στον δρόμο της γύριζε την πλάτη, αφού πρώτα της έριχνε ένα βλέμμα γεμάτο αηδία και μίσος.

Ο Μάκης την κοιτούσε και δεν πίστευε στα όσα άκουγε από την νεαρή κοπέλα που κάθονταν δίπλα του. Έχοντας ζήσει παραπάνω χρόνια είχε βιώσει και ο ίδιος αδικίες και άσχημες καταστάσεις στον χώρο εργασίας του, αλλά αυτά που άκουγε ξεπερνούσαν κάθε φαντασία. «Όλα αυτά σηκώνουν και άλλη μπύρα», είπε και άνοιξε το τελευταίο μπουκάλι λίγο πριν κάνει την εμφάνιση του ο ήλιος.

«Ουφ, τα είπα και τα έβγαλα από μέσα μου. Ξέρεις νιώθω λίγο καλύτερα που τα είπα έστω και σε κάποιον που δεν ξέρω. Το αστείο είναι πως σε γνώρισα χθες και νιώθω σαν να σε ξέρω χρόνια. Πως γίνεται αυτό;», είπε η Λένα και ο Μάκης της χαμογέλασε.

«Μερικές φορές οι άγνωστοι μπορούν να μας καταλάβουν καλύτερα Λένα. Πάντα θα υπάρχει κάποιος άλλος μέσα στο πλήθος που θα έχει περάσει τα ίδια με εσένα, αρκεί να τον βρεις και να σε ακούσει. Πες μου Λένα εσύ τον αγαπάς ακόμα εκείνον τον νεαρό;», είπε ο Μάκης πίνοντας μπύρα.

«Δεν ξέρω. Αλήθεια δεν ξέρω. Η καρδιά μου πονάει από την μία και από την άλλη νιώθω θυμό. Όλα γύρω μου είναι μαύρα και από χθες που μου είπες να βρω τον ήλιο μέσα στο σκοτάδι ψάχνω. Συνέχεια ψάχνω, αλλά δεν μπορώ να βρω τίποτα. Όλα γύρω μου είναι μαύρα Μάκη. Δείξε μου τον ήλιο στο σκοτάδι», είπε η Λένα πίνοντας άλλη μια γερή γουλιά μπύρας.

Καθισμένοι κάτω στην άσφαλτο πίνοντας εναλλάξ από την τελευταία μπύρα, χωρίς να μιλάνε, κοιτούσαν τον ήλιο που άρχισε σιγά σιγά να κάνει τα πρώτα του δειλά βήματα και να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό. «Αύριο βράδυ πάλι εδώ. Μην ξεχαστείς και δεν έρθεις; Είπαμε μια βδομάδα χρόνο σου ζητώ», είπε ο Μάκης κοιτώντας την στα μάτια.

«Θα έρθω» ψιθύρισε δειλά, «αν και δεν νομίζω να αλλάξει τίποτα. Έπαψα να πιστεύω σε καλές νεράιδες με ραβδάκια στα χέρια και σε πρίγκιπες με άσπρα άλογα εδώ και πολύ καιρό. Τα παραμύθια γράφονται μόνο στα βιβλία για τα μικρά παιδιά Μάκη. Η ζωή είναι σκληρή. Σε ευχαριστώ πολύ όμως που με ακούς, αλλά την απόφαση μου την έχω πάρει. Μόλις τελειώσει η βδομάδα που σου υποσχέθηκα θα αυτοκτονήσω. Μια μικρή παράταση ζωής, ένα ευχάριστο διάλειμμα λίγο πριν το ταξίδι μου στον άλλο κόσμο είναι όλο αυτό. Ας μη γελιόμαστε Μάκη», είπε η Λένα και έφυγε.

 

 

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Αναστάσιος Μπογιάρης

Γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού, στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame.gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Τον Νοέμβριο του 2016 κυκλοφόρησε το διήγημα του «Τι εποχή έχουμε;», σε βιβλίο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με τίτλο «Ιστορίες του Φθινοπώρου» μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Το 2017 κυκλοφόρησε ένα ακόμα διήγημα του από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες στο συλλογικό έργο με τίτλο «Μικρές Επαναστάσεις». Η ανάγνωση βιβλίων είναι καθημερινή συνήθεια όπως και οι βόλτες στην πολύβουη Αθήνα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;