Athens
14°
clear sky
humidity: 82%
H 14 • L 14
Weather from OpenWeatherMap
MAXMAG | Επικαιρότητα, Κόσμος, Πολιτισμός, Διασκέδαση, Ομορφιά

Άρματα κραυγών ζωής

Παρακάτω ακολουθεί το διήγημά μου Άρματα κραυγών ζωής το οποίο εμπνεύστηκα τόσο από παρελθόντα ιστορικά γεγονότα όσο κι από τη βίαιη σύγχρονη πραγματικότητα που αφορά στην καταναγκαστική εγκατάλειψη του πάτριου εδάφους.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ήταν Αύγουστος, Αύγουστος του 1922. Περίοδος σημαδιακή τόσο για μένα όσο και για τους συγγενείς μου. Θα παίρναμε ξανά τον δρόμο της φυγής. Θα παίρναμε και πάλι τον δρόμο της προσφυγιάς. Λέγοντας συγγενείς δεν εννοώ το σόι μου. Εννοώ τους συμπατριώτες μου, όλους ανεξαιρέτως.

Είναι κατανοητό πως η φλόγα της πατρίδος και του κοινού εθνικού οράματος σπεύδει να ανάψει σε δύσκολους συνήθως καιρούς.Το μέλλον προβλεπόταν δυσοίωνο εντούτοις. Τα είχαμε χαμένα. Θα ξεκινούσαμε για τα βάθη της Τουρκίας. Ήμαστε χιλιάδες τότε. Άλλες τόσες ήταν και οι χαμένες συνειδήσεις. Χιλιάδες χαμένες συνειδήσεις, λοιπόν, μέσα στην καταστροφή του πολέμου.

Ο πόλεμος δεν έχει να κάνει πάντα με τα όπλα. Αυτός με τα όπλα δεν είναι τίποτα μπροστά στον καταναγκαστικό και αμείλικτο πόλεμο εις βάρος των ανθρώπινων ψυχών, ως απότοκο πάντα των συνθηκών. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να ξεφύγεις από τα ταγκαλίστικα πειράγματα του διαβόλου. Άλλωστε, ο πόλεμος του διαβόλου έργο είναι. Πρόκειται για ένα έργο δόλιο που εξαιτίας του οι άνθρωποι άγονται και φέρονται από συγκρούσεις μεταξύ τους αλλά και μέσα τους. Το άμοιρο εγώ τους δειλό αδυνατεί να φωνάξει. Αδυνατεί να κραυγάσει μήπως και σωθεί. Ο πόλεμος κυριεύει τα πάντα. Γιατί άραγε να γίνονται πόλεμοι, όποιου είδους κι αν είναι αυτοί; Κυριεύει κι ο δαίμων συγχρόνως. Ο δαίμων του μένους, της τρέλας και της διασάλευσης του νου. Ας μην ξεχνάμε πάντως πως ο πόλεμος δεν χωρίζει μόνον τους ανθρώπους. Τους ενώνει κιόλας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον Θεό. Κι αυτό γιατί αν δεν γινόταν φανερό το δολοπλόκο πνεύμα του διαβόλου, ο Θεός ίσως να μην ήταν παρών με τη συμπόνοιά του στις δύσκολες και ενίοτε τραγικότατες περιστάσεις του ανθρώπινου βίου.

Τις κρίσιμες εκείνες στιγμές, τα πολύχρωμα πολιτικά αηδόνια προοιωνίζονταν την ανατροπή της μέχρι τότε διαμορφωμένης κατάστασης. Θα γινόμουν πρόσφυγας. Δεν ξέρω τι μου έμελλε ο Θεός κι η μοίρα. Αναζητούσα απεγνωσμένα μια σανίδα σωτηρίας. Μαζί μου κι εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη Έλληνες. Γιατί να το ζούμε όλο αυτό; Αυτήν την απορία την είχαμε όλοι. Η γειτονική χώρα μας περίμενε, μα όχι με ανοιχτές αγκάλες. Με ανοιχτές αγκάλες μας περίμενε ο Χάρος ίσως στον δρόμο προς αυτήν. Όχι όλους φυσικά. Οι υπόλοιποι ήταν ήδη ψυχικά νεκροί. Καμία αντίδραση από μέρους μας.

Η μόνη αντίδρασή μας ήταν κάποιες φορές ένα συναίσθημα μίσους που μας διαπερνούσε μονομιάς και μονομερώς. Και λέω μονομερώς καθώς στη σκέψη μας υπήρχε μόνον ένα μονοπάτι: το πεσσιμιστικό, το ωχαδελφικό, το μονοδιαστατικό κι αδιάλλακτο. Ήταν τόσο τραχύ που ακόμη και στους Τούρκους που συναντούσαμε στέλναμε με το βλέμμα μας μηνύματα μίσους. Και από το γεγονός αυτό μόνο είχε σημάνει η καταστροφή. Γιατί όμως; Γιατί; Ίσως γιατί εμείς οι άνθρωποι προσαρμοζόμαστε με τόση ευκολία στις καταστάσεις, που αλλάζουμε κι εμείς οι ίδιοι μαζί μ’ αυτές. Χάνουμε τον εαυτό μας, χάνουμε και το όσιό μας.

Δεν έπρεπε να χάνουμε όμως ούτε την πίστη μας ούτε την ελπίδα ούτε και τα αγαθά αισθήματά μας. Οφείλαμε, βέβαια, να αντιδράσουμε. Έπρεπε να απορρίψουμε και να καταρρίψουμε κάθε τι που μας προσέβαλλε. Αυτό, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, γίνεται μόνο με τον πόλεμο, ένα δείγμα επαναστατικής αντίδρασης.

Προς ποιους όμως έπρεπε να στραφεί ο πόλεμος; Προς τους Τούρκους που ζούσαν υπό άθλιες συνθήκες σαν εμάς; Ή μήπως προς τους άπειρους, αφιλοσόφητους κι αλαζονικούς πολιτικούς ηγέτες που υποτίθεται ότι μας κηδεμονούσαν και μεριμνούσαν για το καλό μας και μόνον; Εγώ δεν θα έλεγα τίποτα από τα προαναφερθέντα. Θα προτιμούσα έναν πόλεμο πνευματικό μεν, καθολικό δε. Εντούτοις, τα όπλα κυριάρχησαν. Όλοι ευχόμασταν να τα καταφέρουμε, να διασώσουμε τουλάχιστον την αξιοπρέπειά μας. Μόνον αυτή μας είχε απομείνει άλλωστε, αν και στέρευε ολοένα και πιο πολύ. Ώρες ώρες στέρευε και η ελπίδα μας. Κακώς!

Η επανάσταση είχε αρχίσει. Ο πόλεμος είχε αρχίσει επίσης. Δεκάδες των δεκάδων κι εκατοντάδες των εκατοντάδων οι προκηρύξεις. Αυτές κήρυτταν πόλεμο στους αλλόθρησκούς μας είτε όσους είχαν παραμείνει στην Ελλάδα είτε όσους κατέφθαναν στην Ελλάδα με τη νέα Συμφωνία για ανταλλαγή ανάμεσα σε δύο δήθεν λαοπρόβλητους ηγέτες. Κι εννοώ έναν Βενιζέλο- μάλλον ηγέτης των αντιπάλων ήταν- κι έναν Κεμάλ αναδεδειγμένος ως πολιτικός αλλά κι ως στρατιωτικός. Γι΄αυτό μάλλον ο τελευταίος κέρδισε την εμπιστοσύνη του τουρκικού λαού. Ο λαός αυτός όμως έγινε ”ξαφνικά” εχθρός.

Η αλήθεια είναι πως δεν τους πολυσυμπαθούσα τους γείτονες. Ήταν και βίαιοι κάποιες φορές απέναντί μας. Μοχθούσαν εμάς αλλά και όποιον τασσόταν υπέρ μας. Διαπίστωνα βέβαια και αντίθετες εξ αυτών συμπεριφορές. Οι καλοί μάλιστα μας βοηθούσαν σε διάφορες εργασίες-δουλειές και συναλλάσσονταν μαζί μας. Στο σύνολο του πληθυσμού τους πάντως οι γείτονες δεν ήταν παρά μαξιμαλιστές. Προωθούσαν τη βία και συχνά προέβαιναν σε τρομοκρατικές εις βάρος μας ενέργειες. Στο μυαλό τους, μου φαινόταν, είχαν πως θα διασφάλιζαν έτσι την Εθνική τους κυριαρχία, την τουρκοσύνη τους και όλα τα συναφή που σχετίζονται με την ιδιαιτερότητα της κοινωνικής και πολιτιστικής τους ιδιοσυγκρασίας. Δεν μου άρεσε καθόλου αυτό.

Την ιδιοσυγκρασία τους ήθελαν να διαφυλάξουν και οι Έλληνες. Όχι όμως με την αλόγιστη βία. Εμείς δεν είχαμε να κερδίσουμε κάτι. Δεν θέλαμε τίποτα απολύτως. Η μεγαλύτερη κατάκτηση για εμάς θα ήταν η άθικτη και αβλαβής ελληνικότητά μας. Κάτι τέτοιο φαινόταν ουτοπικό και άκρως ιδεαλιστικό για την εποχή που μιλάμε.

Γι΄αυτό λοιπόν, αρχίσαμε έναν ιερό πόλεμο. Μια υγιή και λελογικευμένη επανάσταση. Ζητούσαμε ρήξη με το κατεστημένο και τη ρήξη του! Η Ελλάδα περίμενε. Οι σκοτεινές εποχές έπρεπε να γίνουν παρελθόν για χάρη και μόνο της ένδοξης ιστορικής μας πορείας. Για χάρη μάλλον όλων εκείνων των χαμένων ψυχών, των ανήσυχων πλέον…

~~~

1922

Στις αρχές του φθινοπώρου του 1922 το τοπίο θα έμοιαζε με τοπίο του 1821. Εθνική έξαρση, επαναστατικός αναβρασμός, εθνικός αγών, αγών για τα ιδανικά και τη λευτεριά. Μόνον ελευθερία δεν προέβλεπε η κρατούσα κατάσταση. Ο πραγματικός ορισμός της ελευθερίας για μένα ήταν ως τότε να ζει κανείς ελεύθερος σε ελεύθερη πατρίδα. Τίποτα λιγότερο ή περισσότερο.

Έχοντας αυτό στο μυαλό μου -στο μικρό κι ίσως ανώριμο τότε μυαλό μου καθώς ήμουν νεαρός σε ηλικία- δέχτηκα χωρίς ενδοιασμούς να πολεμήσω. Χρειάστηκε τόσο όσο διαρκεί μια ανθρώπινη αναπνοή για να βρεθώ εις το πεδίον της μάχης. Όλα ξαφνικά άλλαξαν. Αλλάζεις στον πόλεμο. Δεν ήμουν ένας ευγενικός νέος πια, που ενδιαφέρεται για τους άλλους. Απεναντίας, ήμουν ένας ψυχρός εκτελεστής και τίποτα παραπάνω.

Είχαμε μαζευτεί, θυμάμαι, σ’ ένα στρατόπεδο λίγο πιο έξω από την Αθήνα και είχαμε προμηθευτεί τα απαραίτητα. Μας τροφοδότησαν ακόμη με ένα άρδην πατριωτικό πνεύμα. Πάραυτα κάποιοι δεν θα είχαν επιστροφή. Εγώ ωστόσο δεν φοβόμουν. Ίσως λόγω επιπολαιότητας. Το αίμα έβραζε μέσα. Δεν με ένοιαζε τίποτα!

Τέλη Σεπτέμβρη βρέθηκα σ΄ ένα στρατιωτικό ”λημέρι” σ’ ένα βουνό. Ούτε ανταρτοπόλεμος να ήταν! Στην αρχή μου άρεσε. Δεν ελλόχευαν σοβαροί κίνδυνοι. Έτσι κύλησε ο χρόνος μέχρι τον χειμώνα.

Τότε ήταν που είχαν αρχίσει να εισρέουν στην Ελλάδα και στα βουνά της κυρίως όλο και περισσότεροι Τούρκοι στρατιώτες. Αυτοί υποτίθεται πως θα προστάτευαν τους υπόλοιπους μουσουλμάνους. Στην πραγματικότητα είχαν έρθει για σφαγή. Δεν έφτανε το κρύο, είχαμε κι αυτό.

Πρώτα θύματα υπήρξαν κάτι 3οάρηδες που ακολουθούσαν την τακτική των φοιτητών ιερολοχιτών επί Καποδίστρια. Δεν απέβη όμως η τακτική αυτή σωτήρια. Πρέπει να ήταν καμία 100αριά. Χάθηκαν όλοι σαν ατμός. Και μπαμ και μπουμ οι πιστολιές! Η τραγικότητα της κατάστασης ως προς το πρόσωπό μου είναι ότι ο θάνατος τριών εξ αυτών συνέβη μπροστά στα μάτια μου. Πραγματικά, ειδεχθή τα εγκλήματα εκείνα. Τότε άρχισα να αισθάνομαι φόβο. Δεν το έβαλα κάτω όμως κι ας μην μπορούσα να δράσω αποτελεσματικά και να τους σώσω.

Συνέχισα. Δεν ήταν λίγος ο καιρός που κρυβόμουν. Κάποιες φορές κρυβόμουν και προσευχόμουν. Ο Θεός έδειχνε να είναι ευνοϊκός απέναντί μου. Είχα σκοτώσει ήδη καμία 30αριά και δεν είχα ούτε γρατζουνιά. Αισιόδοξο όλο αυτό. Ασφάλειά μου ο Θεός μου! Τον ένιωθα να είναι δίπλα μου. Πιστός βέβαια ως τότε δεν είχα υπάρξει και τόσο.

Ακόμη πιο πιστός θα γινόμουν αν ο πόλεμος τελείωνε! Αν χριστιανοί και μουσουλμάνοι γίνονταν ένα. Αν πολιτικές, πολεμικές και γεωστρατηγικές σκοπιμότητες λάμβαναν τέλος. Μάλλον τότε δεν θα πίστευα απλώς. Τότε θα έμπαινε ο Θεός μέσα μου και δεν θα με ένοιαζε πια τίποτα, παρά να αναπαυτώ εν ειρήνη. Γιατί αυτή η ειρήνη δεν είναι αρχή ούτε πίστη, δεν είναι ιερό ούτε ιδανικό. Είναι ο θεός ο ίδιος, ο Θεός όλων!!!

1922

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Γεννήθηκε στη Λαμία. Σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Δηλώνει ότι αγαπά το γράψιμο διά της λογικής εγκεφαλικής οδού.

Το MAXMAG είναι ένα νέο διαδικτυακό περιοδικό, που σκοπεύει να παρέχει ενημέρωση επάνω σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά. Η κάθε στήλη μας αντιπροσωπεύει και ένα ξεχωριστό πεδίο, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύ πλαίσιο ενδιαφερόντων του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG