Athens
14°
clear sky
humidity: 82%
H 14 • L 14
Weather from OpenWeatherMap
MAXMAG | Επικαιρότητα, Κόσμος, Πολιτισμός, Διασκέδαση, Ομορφιά

Λουτσιάνο Παβαρότι: Ο «μαέστρο» του Μπελ Κάντο και των ψηλών Ντο

Αρχικά, σκόπευε να γίνει δάσκαλος φυσικής αγωγής, και σύμφωνα με κάποιους βιογράφους του, δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει μουσική. Θεωρούσε τους κριτικούς της τέχνης του, φερέλπιδες μουσικούς, που απλά δεν είχαν αρκετό ταλέντο. Ο σνομπισμός της οπερατικής ελίτ -των δήθεν εκλεπτυσμένων και των νοσταλγών εκείνης της εποχής, που η όπερα ήταν «για τους λίγους»- τον άφηνε παγερά αδιάφορο. Ο Λουτσιάνο Παβαρότι, σαν βέρος Ιταλός, ξεχείλιζε πάθος και προσωπικότητα. Όντας βέρος Ιταλός, επίσης, αγαπούσε τη γυναικεία ομορφιά και το καλό φαγητό. To μόνο πράγμα πάνω του, που ξεπερνούσε σε εκτόπισμα το χαρακτήρα του, ήταν η απαράμιλλη, κολοσσιαία φωνή του. Βασιλιάς των ψηλών Ντο, αλλά και των ακυρωμένων εμφανίσεων, ο μεγάλος «μαέστρο» του Μπελ Κάντο, κατάφερε να συνεχίσει την -υψηλής τεχνικής- παράδοση των ιερών τεράτων της όπερας, όπως ο θρυλικός, πια, Caruso. Κατέστησε όμως, ταυτόχρονα, το οπερατικό τραγούδι απτό, ακόμα και στον πιο απαίδευτο ακροατή.


Γεννημένος με τη μουσική στο αίμα του

Ο Λουτσιάνο Παβαρότι γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου του 1935 στη Μοντένα της Ιταλίας. Ο πατέρας του ήταν και ο ίδιος ένας ικανότατος τενόρος, με αποτέλεσμα ο μικρός Λουτσιάνο να γεννηθεί, κυριολεκτικά, με τη μουσική στο αίμα του. Σαν παιδί, λέγεται, πως ανέβαινε στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού του, και επιδίδονταν σε θεατρινισμούς. Περνούσε, δε, ατελείωτες ώρες μπροστά στο πικάπ, ανακαλύπτοντας τους δισκογραφικούς θησαυρούς του πατέρα του. Εκεί, ήταν που ανακάλυψε τους μετέπειτα ήρωές του, τους μύθους του Μπελ Κάντο, στα χνάρια των οποίων βάδισε ως νεαρός καλλιτέχνης. 

Όσο παράξενο και αν φαίνεται, η μουσική για τον Παβαρότι ξεκίνησε σαν χόμπι. Από τα εννιά του χρόνια τραγουδούσε σε τοπικές χορωδίες με τον πατέρα του, χωρίς όμως να έχει σκεφτεί να κάνει καριέρα στην όπερα. Μάλιστα, για κάποιο διάστημα, σπούδασε, για να γίνει γυμναστής, δεδομένου ότι λάτρευε τη μπάλα.


Ένας ανερχόμενος τενόρος

Η σοβαρή ενασχόληση του Λουτσιάνο Παβαρότι με τη μουσική ξεκίνησε, περίπου, στα δεκαεννιά του. Τότε ήταν, που ξεκίνησε να μελετάει πλάι στο διεθνούς φήμης τενόρο Αρίγκο Πόλα, και μετέπειτα δίπλα στον Εττόρε Καμπογκαλλιάνι. Οι δύο προαναφερθέντες διαμόρφωσαν τόσο πολύ τον Παβαρότι σαν καλλιτέχνη, που μέχρι το τέλος της ζωής του αναφερόταν σε αυτούς ως τους δύο σπουδαιότερους δασκάλους του. Σύμφωνα με το μαέστρο Ρίτσαρντ Μπόνινγκ, ο Λουτσιάνο Παβαρότι δεν έμαθε ποτέ, εντούτοις, να διαβάζει μουσική.

Το 1961 η χορωδία στην οποία τραγουδούσε με τον πατέρα του, πέτυχε μία διάκριση σε διεθνή διαγωνισμό. Ο Παβαρότι περιέγραψε τη στιγμή σαν σημείο καμπής στη ζωή του. Η διάκριση εκείνη φαίνεται να τον έπεισε πως η πραγματική του κλίση δεν έγκειτο στις αθλοπαιδειές. Tην ίδια χρονιά, κάνει και την πρώτη του οπερατική εμφάνιση, στο ρόλο του Ροντόλφο, στο έργο του Πουτσίνι «La Boheme».

Εικοσιέξι χρονών πια, μεταβαίνει από τη φάση της πρώιμης νιότης, στην ενηλικίωση. Νυμφεύεται την πρώτη του σύζυγο, Άντουα Βερόνι, μετά από μία σχέση οχτώ ετών. Ταυτόχρονα, και μέχρι το τέλος του 1962, η παράσταση «La Boheme», στην οποία παίζει, μεταφέρεται σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας. Ο επόμενος ρόλος, για τον οποίο ο Παβαρότι περιοδεύει, είναι αυτός του δούκα της Μάντοβα στον «Rigoletto» του Βέρντι.

Η πρώτη του εμφάνιση εκτός Ιταλίας, επίσης το ’61, πραγματοποιήθηκε στο Βελιγράδι, όπου ερμηνεύει την «La Traviata», δίπλα στην Βιρτζίνια Τζεάνι, με την οποία θα συνεργασεί και το 1963, στο Άμστερνταμ.


Ένα «ευτυχές» ατύχημα

Η αναγνώριση ξεκίνησε το 1963, σαν από χτύπημα του πεπρωμένου. Ο Παβαρότι, περιοδεύοντας ακόμη για τις ανάγκες της παράστασης «La Boheme», έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με το σπουδαιότερο νεανικό του ίνδαλμα, τον Τζουσέπε Ντι Στεφάνο. Ο Ντι Στεφάνο επρόκειτο να εμφανιστεί για κάποιες παραστάσεις ως Ροντόλφο, στο περίφημο Covent Garden του Λονδίνου, απρόσμενα όμως αρρώστησε. Σαν αποτέλεσμα, τον αντικατέστησε ο Παβαρότι, όχι απλά εντός θεάτρου, αλλά και στην τηλεοπτική εκπομπή Sunday Night at the Palladium, μια αναμετάδοση που παρακολουθείται από δεκαπέντε εκατομμύρια Άγγλους. Μπορεί αυτή η ευτυχής συγκυρία να μην εκτόξευσε το νεαρό καλλιτέχνη στο στάτους ενός διεθνούς φήμης αστέρα, τον έφερε, όμως, ενώπιον ενός ευρύτατου παγκόσμιου κοινού και του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες μιας λαμπρής καριέρας.

Kάπως έτσι, ξεκινάει η συνεργασία του με το διευθυντή ορχήστρας Ρίτσαρντ Μπόνινγκ. Ο Παβαρότι ερμηνεύει οπερατικούς ρόλους πλάι στη γυναίκα του μαέστρου, την περίφημη Τζόαν Σάδερλαντ. Για πρώτη φορά, διασχίζει τον Ατλαντικό το 1965, πηγαίνοντας στο Μαϊάμι με την παράσταση «Lucia di Lammermoor». Την ίδια χρονιά, εμφανίζεται για πρώτη φορά και στη Σκάλα του Μιλάνου, στην αναβίωση της «La Boheme», του Φράνκο Τζεφιρέλλι.

Aπό την «Κόρη του Συντάγματος», πλάι στην Τζόαν Σάδερλαντ. Ο Παβαρότι υπήρξε ένας γοητευτικός νεαρός τενόρος.

Η Αναγνώριση του Παβαρότι στην Αμερική

Με την πρώτη σύζυγό του, Άντουα Βερόνι.

Για τους Αμερικάνους, ακόμα και σήμερα, η λέξη όπερα είναι πρακτικά συνώνυμη με τον Λουτσιάνο Παβαρότι. Ο σπουδαίος τενόρος είχε τρομερή απήχηση στις Η.Π.Α, μια απήχηση που ξεκίνησε το 1972, με τη μυθική πια ερμηνεία του στο έργο «Η Κόρη του Συντάγματος», του Ντονιτσέτι. Όταν ο Παβαρότι έφτασε στο διάσημο τέλος της άριας -που περιλαμβάνει εννιά ψηλές Ντο-, η Metropolitan Opera εξερράγη σε εκστατικά χειροκροτήματα. Ένα χρόνο μετά, έδωσε το πρώτο του διεθνές ρεσιτάλ στο Μισούρι. Εκεί, όντας κρυωμένος, κρατούσε ένα μαντήλι κατά τη διάρκεια της παράστασης, που έμελλε να μείνει ως στυλιστικό σήμα κατατεθέν του.

Σύντομα, ο Παβαρότι βρέθηκε να φιγουράρει στις αμερικανικές τηλεοπτικές οθόνες. Παραστάσεις, όπου συμμετείχε, μεταδίδονταν πλέον συστηματικά στην αμερικανική τηλεόραση. Οι Η.Π.Α ερωτεύτηκαν τις ψηλές του νότες και το αψεγάδιαστο passaggio (πέρασμα από χαμηλότερες σε ψηλότερες νότες) του. Ο τενόρος από την Ιταλία, πλέον, παραλάμβανε βραβεία Γκράμυ και πλατινένιους δίσκους. Το 1979 το εβδομαδιαίο περιοδικό Time έκανε εκτενές αφιέρωμα στο έργο του, με το πρόσωπο του Παβαρότι να απεικονίζεται στο εξώφυλλο.


Ένας τενόρος που συγκλονίζει το ευρύ κοινό

Παβαρότι και Νταϊάνα.

Οι δεκαετίες ’80 – ’90 είναι ιδιαίτερα πολυάσχολες για τον Λουτσιάνο Παβαρότι. Οργανώνει με δική του πρωτοβουλία ένα διεθνή διαγωνισμό νεαρών ταλέντων, με σκοπό την επιβράβευση νέων και ταλαντούχων τραγουδιστών της όπερας. Καθώς η φήμη του ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου, αποφασίζει πως τα κλειστά θέατρα δεν του είναι αρκετά. Δίνει ρεσιτάλ σε ανοιχτά στάδια και σε πλατείες. Το 1980, χαρακτηριστικά, εμφανίζεται στο Σέντραλ Πάρκ, όπου τραγουδάει ζωντανά για διακόσιες χιλιάδες ζευγάρια αυτιά. Επιπλέον, διακόσιες πενήντα χιλιάδες άνθρωποι στο Λονδίνο το 1991 συρρέουν στο Χάιντ Παρκ, ακούγοντας μαγεμένος, ενώ τους μαστιγώνει η βροχή. Ανάμεσά τους, δύο μεγάλοι θαυμαστές του, ονόματι Κάρολος και Νταϊάνα.

Ο Παβαρότι αφιέρωσε τη ζωή του στο να κάνει την όπερα πιο προσιτή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η φωνή του δεν ήταν για τα αυτιά των σνομπ, των ακατάδεχτων, της αποστειρωμένης ωδειακής λογικής, των λίγων. Σαν απότοκο του στόχου αυτού, πειραματίστηκε με διάφορα σχήματα, φλερτάροντας ενίοτε και με την ποπ. Τη δεκαετία του ’90, εμφανίζεται με τους Πλασίντο Ντομίγκο και Χοσέ Καρρέρας, σχηματίζοντας ένα δημοφιλές γκρουπ, που θα μείνει γνωστό ως «Οι Τρεις Τενόροι». Η συναυλία των Τριών Τενόρων, το 1990, στα αρχαία Λουτρά του Καρακάλλα, εν όψει του τελικού του Μουντιάλ, γίνεται ο πρώτος σε πωλήσεις δίσκος οπερατικής μουσικής όλων των εποχών. Οι Τρείς Τενόροι εμφανίζονται σε τρία συνολικά Μουντιάλ, αφού ακολουθούν εμφανίσεις στο Παρίσι και στο Λος Άτζελες.

Το 1992 ξεκινάει το πρότζεκτ του, Παβαρότι και Φίλοι, στο οποίο παντρεύει την οπερατική του παιδεία με τις φωνές των μεγαλύτερων σταρ της ποπ και ροκ σκηνής. Τα έσοδα πάνε σε φιλανθρωπίες και η επιτυχημένη συνταγή επιβιώνει έως τις αρχές της νέας χιλιετηρίδας.

Το 1995 κάνει μια επιτυχημένη τουρνέ στη Νότια Αμερική, με εμφανίσεις στη Χιλή, το Περού, την Ουρουγουάη. Το 1998 έγινε ο πρώτος -και μόνος στην ιστορία- τενόρος, που εμφανίστηκε στη δημοφιλή εκπομπή Saturday Night Live (SNL).

Οι τρεις τενόροι.

Τα τελευταία χρόνια

Με τη δεύτερη σύζυγό του, Νικολέττα Μαντοβάνι.

Το 2000 χωρίζει την -πάνω από τριάντα χρόνια- σύντροφό του και το 2003 παντρεύεται τη γραμματέα του, Νικολέττα Μαντοβάνι. Ένα χρόνο μετά, ένας από τους πρώην μάνατζέρ του, ονόματι Χέρμπερτ Μπρέσλιν, εκδίδει το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Ο Βασιλιάς και Εγώ». Στις σελίδες του, περιγράφει τον Παβαρότι ως μουσικά αστοιχείωτο και επιρρεπή σε αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές. Είναι γνωστό πως ο μαέστρο, ιδιαίτερα αφότου απέκτησε διεθνή φήμη, είχε αποκτήσει κάποια στοιχεία του χαρακτήρα ενός πραγματικού ροκ σταρ, ενώ παράλληλα δεν ήταν συνεπής ούτε στις πρόβες.

Το 2003 κυκλοφορεί το τελευταίο του άλμπουμ, με τίτλο Ti Adoro (Σε λατρεύω). Λίγους μήνες μετά, ξεκινάει την αποχαιρετιστήρια περιοδεία του, της οποίας το πρόγραμμα καταλήγει να αριθμεί περί τις 40 πόλεις. Είναι ήδη βαρύς και καταπονημένος, αποτέλεσμα της χρόνιας αγάπης του για το καλό φαγητό. Διαβόητος -από καιρό πριν- στα θέατρα για τις ακυρώσεις εμφανίσεων, αναγκάζεται να αφήσει κατά μέρος προγραμματισμένες συναυλίες στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και τον Καναδά, εν όψει επανειλλημένων χειρουργείων, στην πλάτη και σε δύο σπόνδυλους.

Το Φεβρουάριο του 2006 τραγουδάει το Nessun Dorma (από τo Turandot) στην τελετή έναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών. Είναι η τελευταία του μεγάλη εμφάνιση. Στην πραγματικότητα, δεδομένου του φρικτού κρύου στο Τορίνο εκείνες τις μέρες, ο Παβαρότι δε δέχεται  να τραγουδήσει ζωντανά. Η στιγμή που κάνει το διεθνές κοινό της διοργάνωσης να αναρριγήσει, ξεσπώντας σε συγκλονισμένο χειροκρότημα, είναι ένα κοινότατο playback.

Toν Ιούλιο του 2006 ο Λουτσιάνο Παβαρότι διαγιγνώσκεται με καρκίνο του παγκρέατος. Παρά τη -σχεδόν βέβαιη- κατάληξη, που περιμένει τους ασθενείς αυτής της επιθετικότατης μορφής καρκίνου, ο Παβαρότι κάνει χειρουργείο και συνεχίζει, μέχρι τελευταία στιγμή, να προγραμματίζει την αποχαιρετιστήρια τουρνέ του.  Χάνει τη γενναία μάχη του ενάντια στην ασθένεια στο σπίτι του, στη Μοντένα. Το ημερολόγιο δείχνει 6 Σεπτεμβρίου του 2007.


Αντί Επιλόγου: Μια ζωή ξοδεμένη στην ομορφιά

Είναι λίγο θλιβερό, που στο συλλογικό μνημονικό της γενιάς μας, ή τουλάχιστον για πολλούς από εμάς, η ανάμνηση του Λουτσιάνο Παβαρότι συνυφαίνεται με το στερεοτυπικό παχύσαρκο τενόρο, με το πλατύ χαμόγελο και τα ροδοκόκκινα μάγουλα. Εξίσου θλιβερές μοιάζουν και όλες εκείνες οι πένες των επικριτών του, που στέκονται στο αν διάβαζε άνετα παρτιτούρες, ή αν η διεθνής φήμη τον έκανε να επιδίδεται σε συμπεριφορές βεντέτας.

Ο μαέστρο ήταν ένας καλλιτέχνης γεμάτος ταμπεραμέντο και όραμα. Φιλότεχνος και φιλάνθρωπος, αφιέρωσε μεγάλο κομμάτι του έργου του, στη βοήθεια των λιγότερο τυχερών. Το σώμα του, οσοδήποτε μεγάλο, μετά βίας περιόριζε χωρικά το χαρακτήρα του, και ακόμα λιγότερο τη μυθική φωνή του. Δέκα χρόνια μετά, το γεγονός ότι η εν λόγω φωνή έχει σιωπήσει για πάντα, εξακολουθεί να φαντάζει αβάσταχτο. Το δώρο που άφησε στην ανθρωπότητα είναι μεγαλύτερο από τις εναπομείνασες ηχογραφήσεις του. Είναι πιο σπουδαίο από μεμονωμένες παραστάσεις, διότι δώρισε στο μουσικά απαίδευτο άνθρωπο της διπλανής πόρτας -γυμνή από κάθε ακαδημαϊσμό- την ομορφιά της όπερας.

Ο Λουτσιάνο Παβαρότι, ο τελευταίος ίσως επίγειος θεός της όπερας, δεν είναι άλλος ένας μεγαλόσωμος τενόρος. Δεν είναι ο αρχετυπικά καλοφαγάς Ιταλός, και δεν είναι, όπως τίθεται συχνά χονροειδώς, εκείνος εκεί που τραγουδούσε όπερα. Ο Παβαρότι είναι κάτι πέρα από όλα αυτά. Και υπό πολλές έννοιες επιβιώνει πανηγυρικά, μέχρι και τώρα. Που; Στην πλούσια δισκογραφία του, στα αυτιά του κάθε λάτρη της όπερας. Στα ρίγη που κατακλύζουν το σώμα, όποιου ακούει εκείνη την κορώνα, στο Nessun DormaΚαι βεβαίως, στις φιλόδοξες καρδιές μιας ολόκληρης γενιάς νεαρών τενόρων. Που αναστενάζουν, ίσως ονειροπόλα, μελετώντας το παροιμιώδες passaggiο του.

Πιστεύω οτι η ζωή που ξοδεύεται για τη μουσική, είναι μια ζωή που ξοδεύεται στην ομορφιά. Και σε αυτό είναι που αφιέρωσα τη ζωή μου.

– Λουτσιάνο Παβαρότι.


Bίντεο: Το απαράμιλλης ομορφιάς Nessun Dorma του Παβαρότι.

 

 

Πηγές

http://www.lucianopavarottifoundation.com/about-us-1-2/?lang=en

http://biografieonline.it/biografia-luciano-pavarotti

http://www.notablebiographies.com/Ni-Pe/Pavarotti-Luciano.html

https://en.wikipedia.org/wiki/Luciano_Pavarotti

https://www.theguardian.com/music/musicblog/2007/sep/06/lucianopavarotti

 

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Φοιτήτρια της σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ και λάτρης των τεχνών και των γραμμάτων. Όταν δεν ασχολούμαι με τη μουσική ή τη ζωγραφική, συνδιαλέγομαι με τις φωνές στο κεφάλι μου και γράφω.

Το MAXMAG είναι ένα νέο διαδικτυακό περιοδικό, που σκοπεύει να παρέχει ενημέρωση επάνω σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά. Η κάθε στήλη μας αντιπροσωπεύει και ένα ξεχωριστό πεδίο, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύ πλαίσιο ενδιαφερόντων του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG